Το Χρίσμα

Τί εἶναι τό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης;

῾Η ἵδρυση τοῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης ἀπό τόν Κύριο ἀπέβλεπε νά καλύψει μιά βαθιά ἀνάγκη τῆς ζωῆς καί τῆς ὑπόστασης τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Ως γνωρίζουμε, ἡ᾿Εκκλησία δέν εἶναι μόνο θεῖος ὀργανισμός ἀλλά καί ἀνθρώπινος, δηλαδή θεανθρώπινος. Τή θεία της πλευρά ἀπαρτίζει ὁ Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος ἱδρυτής της, καί τό Πνεῦμα τό῞Αγιο πού ἀποτελεῖ τή ζωογόνο πνοή καί τήν ἁγιαστική της ἀρχή. ᾿Από τή θεία της πλευρά ἐξεταζόμενη ἡ᾿Εκκλησία ἀποτελεῖ καθίδρυμα πνευματικό καί ἀόρατο, προσιτό στόν ἄνθρωπο μόνο διά τῆς πίστεως, ἐνῶ ἀπό τήν ἀνθρώπινή της πλευρά παρουσιάζεται ὡς καθίδρυμα ἱστορικό καί καταστηματικό, τοῦ ὁποίου μέλη εἶναι ἄνθρωποι συγκεκριμένοι καί ἱστορικοί. Στήν τελευταία της διάσταση, ὡς ἐξωτερικῆς κοινωνίας ἀνθρώπων, ἔχει ἀνάγκη, ὅπως καί κάθε ἄλλη ἱεραρχημένη κοινωνία ἀνθρώπων, μιᾶς εἰδικῆς τάξεως μελῶν της, τοῦ ἱερατείου, τό ὁποῖο μέ τή δύναμη καί τήν ἐξουσία πού ἔχει ἀπό τόν ἱδρυτή της νά κηρύσσει τό λόγο τοῦ Θεοῦ, νά τελεῖ τά ἱερά μυστήρια, νά ποιμαίνει πνευματικά τά μέλη της καί νά διοικεῖ τό σῶμα της. ῞Ολα αὐτά ἐπιτυγχάνονται διά τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης. Θά λέγαμε, λοιπόν, ὅτι τό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης εἶναι ἡ θεοσύσταση ἐκείνη τελετή κατά τήν ὁποία δι’ ὁρισμένης εὐχῆς καί τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ ἐπισκόπου στίς κεφαλές τῶν προχειριζομένων κατέρχεται ἡ χάρη τοῦ῾Αγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία ἀναδεικνύει τόν ὑποψήφιο σέ ἕνα ἀπό τούς τρεῖς ἱερατικούς βαθμούς, τό διάκονο, τόν πρεσβύτερο καί τόν ἐπίσκοπο. ῾Η χάρη τοῦ Κυρίου, ἄν καί ἑνιαία, ὅμως κατά διαφορετικό τρόπο καθιερώνει τούς ὑποψήφιους στόν ἀντίστοιχο ἱερατικό τους βαθμό. ῎Αλλη εἶναι ἡ χάρη τοῦ διακόνου, ἄλλη τοῦ πρεσβυτέρου καίἄλλη τοῦἐπισκόπου.

Μαρτυροῦνται στήν ῾Αγία Γραφή οἱ τρεῖς ἱερατικοί βαθμοί;

Τό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης τελούμενο δι’ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν (ἐξ οὗ καί χειροτονία) μαρτυρεῖται ἐπαρκῶς στήν ῾Αγία Γραφή. ῎Ετσι ὅσοι καθίσταντο σ’ ἕναν ἀπό τούς τρεῖς ἱερατικούς βαθμούς τό πετύχαιναν διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τῶν ᾿Αποστόλων καί κατόπιν προσευχῆς. Γιά τόν ἱερατικό βαθμό τῶν διακόνων λέγεται, ὅτι οἱ᾿Απόστολοι «προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τάς χεῖρας»277. Πρεσβυτέρους δέ διώριζαν διά χειροτονίας στίς κατά τόπους ᾿Εκκλησίες ὁ Παῦλος καί ὁ Βαρνάβας. ῾Ομοίως καί οἱ᾿Απόστολοι κατέλιπον διά χειροθεσίας διαδόχους αὐτῶν στόἐπισκοπικόἀξίωμα, ὅπως ὁ Παῦλος τόν Τιμόθεο στήν ῎Εφεσο καί τόν Τίτο στήν Κρήτη. Τέλος καί οἱ ἑπτά ἄγγελοι τῶν ᾿Εκκλησιῶν οἱ μνημονευόμενοι στήν ᾿Αποκάλυψη278, εἶναι καί αὐτοί ἐπίσκοποι διαφέροντες τῶν ᾿Αποστόλων μόνο κατά τό ὄνομα καί ὄχι κατά τόἀξίωμα. Βεβαίως σ’ ὅλες τίς περιπτώσεις αὐτές δέν λέγεται ὅτι ἡ χειροθεσία, πού ἀποτελεῖ τό ὁρατό μέρος τοῦ μυστηρίου, διατάχθηκε ἀπό τόν Κύριο. ᾿Εντούτοις δυνάμεθα νά συναγάγουμε, ὅτι ἕνα τέτοιο ἔργο πού εἶναι τόσο σημαντικό γιά τή ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας δέν μποροῦσε νά γίνει ἁπλά καί αὐθαίρετα ἀπό τούς ᾿Αποστόλους, ἄν δέν εἶχαν λάβει εἰδική ἐξουσιοδότηση ἀπό τόν Κύριο. Αὐτό ἐξυπακούεται καί ἀπό ὅσα ἡ Γραφή λέγει γιά τόἔργο τῶν πρεσβυτέρων στήν ῎Εφεσο, ὅτι τό «῞Αγιον Πνεῦμα ἔθετο αὐτούς ἐπισκόπους ποιμαίνειν τήν ᾿Εκκλησίαν τοῦ Θεοῦ»279.

῾Η χάρη πού χορηγεῖται διά τοῦ μυστηρίου εἶναι ἡ πνευματική ἐξουσία πρός ἐπιτέλεση τῶν ἱερατικῶν καθηκόντων, μαζί μέ εἰδική ἀντίληψη ἀπό τό Θεό γιά θεάρεστη ἐπιτέλεση τῶν ἱερῶν λειτουργιῶν καί γιά βίο θεοφιλή καί ἐνάρετο. ῞Οπως εἴπαμε πιό πάνω, ἡ ἱερατική χάρη χορηγεῖται διαφόρως στούς τρεῖς ἱερατικούς βαθμούς.

Τί εἶναι ἡ ἀποστολική διαδοχή;

Εἶναι ἡ ἐξωτερική πιστοποίηση τῆς αὐθεντικότητας τοῦ ἱερατείου τῆς ᾿Εκκλησίας, ὅτι δηλαδή αὐτό ἔχει τήν ἀρχή του στούς ᾿Αποστόλους (ἐξ οὗ καίἀποστολική), τούς πρώτους χειροτονήσαντες. ῾Η διαδοχή δέ αὐτή ἀναφέρεται στόν ἱερό βαθμό τοῦ ἐπισκόπου, ἀπό τόν ὁποῖο πηγάζει ἡ ἀρχή καί τοῦ ὑπόλοιπου ἱερατείου. ῾Η ἀναγωγή τοῦ ἐπισκοπικοῦ βαθμοῦ στούς ᾿Αποστόλους γίνεται διά τῆς ἐπισκοπικῆς χειροτονίας. Οἱ᾿Απόστολοι κατά διάταξη τοῦ Κυρίου, χειροτόνησαν στίς κατά τόπους ᾿Εκκλησίες τούς διαδόχους των ἐπισκόπους, αὐτοί δέ μέ τή σειρά τους χειροτόνησαν τούς δικούς τους διαδόχους καί αὐτοί ἄλλους κ.ο.κ., ὥστε καμία περίοδος τῆς ζωῆς τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς διεσπαρμένης στά πέρατα τοῦ κόσμου νά μένει ἄμοιρη ἐπισκόπων, τοῦ συνεκτικοῦ αὐτοῦ κέντρου τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. ῾Η ἁλυσίδα αὐτή τῶν χειροτονιῶν εἶναι ἀδιάσπαστη, ἀνελισσόμενη ἀπό τούς ἀποστολικούς χρόνους μέχρι σήμερα. ῾Η συνέχεια αὐτή διαπιστώνεται ἱστορικά στούς ἐπισκοπικούς καταλόγους πού φυλάσσονται στίς κατά τόπους ᾿Εκκλησίες. ῾Η ἀποστολική διαδοχή εἶναι ἀπόδειξη τῆς αὐθεντικότητας ὄχι μόνο τῆς ἀρχιερωσύνης ἀλλά καί γενικότερα τῆς ᾿Εκκλησίας, ἡ ὁποία δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει χωρίς τούς ἐπισκόπους της. Σ’ αὐτό ὀφείλεται ἡ σπουδή τῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων, νάἀποδείξουν ὅτι ἡ σχέση τοῦ ἱερατείου τους πρός τούς ᾿Αποστόλους εἶναι συνεχής καί ἀδιάκοπη.

᾿Επιτρέπεται ἡ κατά βούληση μετάβαση τῶν κληρικῶν στίς τάξεις τῶν λαϊκῶν;

Κατ’ οὐδένα τρόπο. ᾿Αποτελεῖ βαρύτατο παράπτωμα, τόὁποῖο τιμωρεῖται αὐστηράἀπό τούς ἱερούς κανόνες τῆς ᾿Εκκλησίας. Δέν μποροῦν δηλαδή οἱ κληρικοί, κυρίως οἱ ἄγαμοι, γιά πολλούς καί διαφόρους λόγους, εἴτε γιατί δέν ἀντέχουν τό πύρωμα τῆς ἀγαμίας εἴτε ἀπό ἀνθρωπαρέσκεια ἤ ἐπιδίωξη ἄλλων κοσμικῶν σκοπῶν, νά καταπατοῦν τόν ὅρκο τους καί, ἀποβάλλοντας τό ἱερατικό σχῆμα τους, νά συνάπτουν γάμο ἤ νά ζοῦν σάν ἀνίεροι στήν κοινωνία. Θά μοῦ πεῖτε, βέβαια, στίς περιπτώσεις πού δέν μπορεῖ ἕνας ἄγαμος κληρικός νά ὑποφέρει τό πύρωμα τῆς σάρκας του, δέν θά ἦταν προτιμότερο ν’ ἀποβάλει τό σχῆμα του καί νά λάβει νόμιμη σύζυγο, παρά νά μένει ἱερωμένος καί νά ἱκανοποιεῖ ἀναίσχυντα τίς ὅποιες αἰσθήσεις καί ὀρέξεις του, ἐμπαίζοντας Θεό καίἀνθρώπους; Τό θέμα φυσικά εἶναι ἐπιδεκτικό συζητήσεως.

᾿Επειδή ἡ χάρη ἡ μεταδιδόμενη στό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης εἶναι ἀνεξάλειπτη, διά τοῦτο παράλληλα μέ τήν κατά βούληση μετάβαση στίς τάξεις τῶν λαϊκῶν, ἀπαγορεύεται αὐστηρά καί ἡ ἀναχειροτόνησή τους.

Τί φρονοῦν περ ίερωσύνης οἱ Διαμαρτυρόμενοι;

῎Αν ἐξαιρέσουμε τούς ᾿Αγγλικανούς οἱ ὁποῖοι δέχονται τήν ἱερωσύνη ὡς μυστήριο, οἱ ὑπόλοιποι Προτεστάντες ἀρνοῦνται τό μυστηριακό χαρακτήρα της. Αὐτοί, ἀποκόψαντες κάθε ἐξωτερικό δεσμό μετά τῆς ᾿Εκκλησίας τήν ὁποία ἀντιλαμβάνονται ὡς κοινωνία πνευματική καί ἀόρατη, συναρνούμενοι δέ καί τήν εὐχαριστία ὡς ἱλαστική θυσία (ὥστε νά ὑπάρχει ἀνάγκη ἱερέων), τούς δέ πιστούς ὅλους δεχόμενοι ὡς «βασίλειον ἱεράτευμα» (Α´ Πέτρ. 2,5), ἦταν φυσικό νά ἀπορρίψουν τήν ἱερωσύνη ὡς μυστήριο, τῆς θείας χάριτος παρεκτικό. ῾Η ἱερωσύνη δέν μπορεῖ νά εἶναι ἐν κυριολεξίᾳ μυστήριο, ἀλλά διάταξη ὠφέλιμη τοῦ Θεοῦ280, ἀποσκοπούσα στό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί τήν τέλεση τῶν μυστηρίων (βαπτίσματος καί θείας εὐχαριστίας). ῾Η ἀνάδειξη γίνεται διά χειροθεσίας καί δι’ εὐχῆς σέ πρόσωπα κατάλληλα νά ἀναλάβουν τήν ἐκκλησιαστική αὐτή διακονία. Στή χειροθεσία ἐπιμένουν κυρίως οἱ Λουθηρανοί, οἱ ὁποῖοι δέν θέλουν νά διακόψουν κάθε ἐξωτερικό δεσμό μετά τῆς ὁρατῆς ᾿Εκκλησίας. Εἶναι φανερό ὅτι οἱ διατάξεις αὐτές δέν χορηγοῦν τή θεία χάρη, ὅπως ἕνα ἀληθινό μυστήριο, ἀλλ’ ἔχουν μόνο ἠθική ἐπίδραση, ὅπως καί οἱ ἄλλες ἐκκλησιαστικές εὐχές. ᾿Επίσης εἶναι εὐνόητο γιατί σ’ αὐτούς ἡ ἐπάνοδος τοῦ κλήρου στίς τάξεις τῶν λαϊκῶν εἶναι κάτι εὔκολο καί ἀδιάφορο.

Η Ιεροσύνη

Τί εἶναι τό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης;

῾Η ἵδρυση τοῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης ἀπό τόν Κύριο ἀπέβλεπε νά καλύψει μιά βαθιά ἀνάγκη τῆς ζωῆς καί τῆς ὑπόστασης τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Ως γνωρίζουμε, ἡ᾿Εκκλησία δέν εἶναι μόνο θεῖος ὀργανισμός ἀλλά καί ἀνθρώπινος, δηλαδή θεανθρώπινος. Τή θεία της πλευρά ἀπαρτίζει ὁ Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος ἱδρυτής της, καί τό Πνεῦμα τό῞Αγιο πού ἀποτελεῖ τή ζωογόνο πνοή καί τήν ἁγιαστική της ἀρχή. ᾿Από τή θεία της πλευρά ἐξεταζόμενη ἡ᾿Εκκλησία ἀποτελεῖ καθίδρυμα πνευματικό καί ἀόρατο, προσιτό στόν ἄνθρωπο μόνο διά τῆς πίστεως, ἐνῶ ἀπό τήν ἀνθρώπινή της πλευρά παρουσιάζεται ὡς καθίδρυμα ἱστορικό καί καταστηματικό, τοῦ ὁποίου μέλη εἶναι ἄνθρωποι συγκεκριμένοι καί ἱστορικοί. Στήν τελευταία της διάσταση, ὡς ἐξωτερικῆς κοινωνίας ἀνθρώπων, ἔχει ἀνάγκη, ὅπως καί κάθε ἄλλη ἱεραρχημένη κοινωνία ἀνθρώπων, μιᾶς εἰδικῆς τάξεως μελῶν της, τοῦ ἱερατείου, τό ὁποῖο μέ τή δύναμη καί τήν ἐξουσία πού ἔχει ἀπό τόν ἱδρυτή της νά κηρύσσει τό λόγο τοῦ Θεοῦ, νά τελεῖ τά ἱερά μυστήρια, νά ποιμαίνει πνευματικά τά μέλη της καί νά διοικεῖ τό σῶμα της. ῞Ολα αὐτά ἐπιτυγχάνονται διά τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης. Θά λέγαμε, λοιπόν, ὅτι τό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης εἶναι ἡ θεοσύσταση ἐκείνη τελετή κατά τήν ὁποία δι’ ὁρισμένης εὐχῆς καί τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ ἐπισκόπου στίς κεφαλές τῶν προχειριζομένων κατέρχεται ἡ χάρη τοῦ῾Αγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία ἀναδεικνύει τόν ὑποψήφιο σέ ἕνα ἀπό τούς τρεῖς ἱερατικούς βαθμούς, τό διάκονο, τόν πρεσβύτερο καί τόν ἐπίσκοπο. ῾Η χάρη τοῦ Κυρίου, ἄν καί ἑνιαία, ὅμως κατά διαφορετικό τρόπο καθιερώνει τούς ὑποψήφιους στόν ἀντίστοιχο ἱερατικό τους βαθμό. ῎Αλλη εἶναι ἡ χάρη τοῦ διακόνου, ἄλλη τοῦ πρεσβυτέρου καίἄλλη τοῦἐπισκόπου.

Μαρτυροῦνται στήν ῾Αγία Γραφή οἱ τρεῖς ἱερατικοί βαθμοί;

Τό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης τελούμενο δι’ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν (ἐξ οὗ καί χειροτονία) μαρτυρεῖται ἐπαρκῶς στήν ῾Αγία Γραφή. ῎Ετσι ὅσοι καθίσταντο σ’ ἕναν ἀπό τούς τρεῖς ἱερατικούς βαθμούς τό πετύχαιναν διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τῶν ᾿Αποστόλων καί κατόπιν προσευχῆς. Γιά τόν ἱερατικό βαθμό τῶν διακόνων λέγεται, ὅτι οἱ᾿Απόστολοι «προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τάς χεῖρας»277. Πρεσβυτέρους δέ διώριζαν διά χειροτονίας στίς κατά τόπους ᾿Εκκλησίες ὁ Παῦλος καί ὁ Βαρνάβας. ῾Ομοίως καί οἱ᾿Απόστολοι κατέλιπον διά χειροθεσίας διαδόχους αὐτῶν στόἐπισκοπικόἀξίωμα, ὅπως ὁ Παῦλος τόν Τιμόθεο στήν ῎Εφεσο καί τόν Τίτο στήν Κρήτη. Τέλος καί οἱ ἑπτά ἄγγελοι τῶν ᾿Εκκλησιῶν οἱ μνημονευόμενοι στήν ᾿Αποκάλυψη278, εἶναι καί αὐτοί ἐπίσκοποι διαφέροντες τῶν ᾿Αποστόλων μόνο κατά τό ὄνομα καί ὄχι κατά τόἀξίωμα. Βεβαίως σ’ ὅλες τίς περιπτώσεις αὐτές δέν λέγεται ὅτι ἡ χειροθεσία, πού ἀποτελεῖ τό ὁρατό μέρος τοῦ μυστηρίου, διατάχθηκε ἀπό τόν Κύριο. ᾿Εντούτοις δυνάμεθα νά συναγάγουμε, ὅτι ἕνα τέτοιο ἔργο πού εἶναι τόσο σημαντικό γιά τή ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας δέν μποροῦσε νά γίνει ἁπλά καί αὐθαίρετα ἀπό τούς ᾿Αποστόλους, ἄν δέν εἶχαν λάβει εἰδική ἐξουσιοδότηση ἀπό τόν Κύριο. Αὐτό ἐξυπακούεται καί ἀπό ὅσα ἡ Γραφή λέγει γιά τόἔργο τῶν πρεσβυτέρων στήν ῎Εφεσο, ὅτι τό «῞Αγιον Πνεῦμα ἔθετο αὐτούς ἐπισκόπους ποιμαίνειν τήν ᾿Εκκλησίαν τοῦ Θεοῦ»279.

῾Η χάρη πού χορηγεῖται διά τοῦ μυστηρίου εἶναι ἡ πνευματική ἐξουσία πρός ἐπιτέλεση τῶν ἱερατικῶν καθηκόντων, μαζί μέ εἰδική ἀντίληψη ἀπό τό Θεό γιά θεάρεστη ἐπιτέλεση τῶν ἱερῶν λειτουργιῶν καί γιά βίο θεοφιλή καί ἐνάρετο. ῞Οπως εἴπαμε πιό πάνω, ἡ ἱερατική χάρη χορηγεῖται διαφόρως στούς τρεῖς ἱερατικούς βαθμούς.

Τί εἶναι ἡ ἀποστολική διαδοχή;

Εἶναι ἡ ἐξωτερική πιστοποίηση τῆς αὐθεντικότητας τοῦ ἱερατείου τῆς ᾿Εκκλησίας, ὅτι δηλαδή αὐτό ἔχει τήν ἀρχή του στούς ᾿Αποστόλους (ἐξ οὗ καίἀποστολική), τούς πρώτους χειροτονήσαντες. ῾Η διαδοχή δέ αὐτή ἀναφέρεται στόν ἱερό βαθμό τοῦ ἐπισκόπου, ἀπό τόν ὁποῖο πηγάζει ἡ ἀρχή καί τοῦ ὑπόλοιπου ἱερατείου. ῾Η ἀναγωγή τοῦ ἐπισκοπικοῦ βαθμοῦ στούς ᾿Αποστόλους γίνεται διά τῆς ἐπισκοπικῆς χειροτονίας. Οἱ᾿Απόστολοι κατά διάταξη τοῦ Κυρίου, χειροτόνησαν στίς κατά τόπους ᾿Εκκλησίες τούς διαδόχους των ἐπισκόπους, αὐτοί δέ μέ τή σειρά τους χειροτόνησαν τούς δικούς τους διαδόχους καί αὐτοί ἄλλους κ.ο.κ., ὥστε καμία περίοδος τῆς ζωῆς τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς διεσπαρμένης στά πέρατα τοῦ κόσμου νά μένει ἄμοιρη ἐπισκόπων, τοῦ συνεκτικοῦ αὐτοῦ κέντρου τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. ῾Η ἁλυσίδα αὐτή τῶν χειροτονιῶν εἶναι ἀδιάσπαστη, ἀνελισσόμενη ἀπό τούς ἀποστολικούς χρόνους μέχρι σήμερα. ῾Η συνέχεια αὐτή διαπιστώνεται ἱστορικά στούς ἐπισκοπικούς καταλόγους πού φυλάσσονται στίς κατά τόπους ᾿Εκκλησίες. ῾Η ἀποστολική διαδοχή εἶναι ἀπόδειξη τῆς αὐθεντικότητας ὄχι μόνο τῆς ἀρχιερωσύνης ἀλλά καί γενικότερα τῆς ᾿Εκκλησίας, ἡ ὁποία δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει χωρίς τούς ἐπισκόπους της. Σ’ αὐτό ὀφείλεται ἡ σπουδή τῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων, νάἀποδείξουν ὅτι ἡ σχέση τοῦ ἱερατείου τους πρός τούς ᾿Αποστόλους εἶναι συνεχής καί ἀδιάκοπη.

᾿Επιτρέπεται ἡ κατά βούληση μετάβαση τῶν κληρικῶν στίς τάξεις τῶν λαϊκῶν;

Κατ’ οὐδένα τρόπο. ᾿Αποτελεῖ βαρύτατο παράπτωμα, τόὁποῖο τιμωρεῖται αὐστηράἀπό τούς ἱερούς κανόνες τῆς ᾿Εκκλησίας. Δέν μποροῦν δηλαδή οἱ κληρικοί, κυρίως οἱ ἄγαμοι, γιά πολλούς καί διαφόρους λόγους, εἴτε γιατί δέν ἀντέχουν τό πύρωμα τῆς ἀγαμίας εἴτε ἀπό ἀνθρωπαρέσκεια ἤ ἐπιδίωξη ἄλλων κοσμικῶν σκοπῶν, νά καταπατοῦν τόν ὅρκο τους καί, ἀποβάλλοντας τό ἱερατικό σχῆμα τους, νά συνάπτουν γάμο ἤ νά ζοῦν σάν ἀνίεροι στήν κοινωνία. Θά μοῦ πεῖτε, βέβαια, στίς περιπτώσεις πού δέν μπορεῖ ἕνας ἄγαμος κληρικός νά ὑποφέρει τό πύρωμα τῆς σάρκας του, δέν θά ἦταν προτιμότερο ν’ ἀποβάλει τό σχῆμα του καί νά λάβει νόμιμη σύζυγο, παρά νά μένει ἱερωμένος καί νά ἱκανοποιεῖ ἀναίσχυντα τίς ὅποιες αἰσθήσεις καί ὀρέξεις του, ἐμπαίζοντας Θεό καίἀνθρώπους; Τό θέμα φυσικά εἶναι ἐπιδεκτικό συζητήσεως.

᾿Επειδή ἡ χάρη ἡ μεταδιδόμενη στό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης εἶναι ἀνεξάλειπτη, διά τοῦτο παράλληλα μέ τήν κατά βούληση μετάβαση στίς τάξεις τῶν λαϊκῶν, ἀπαγορεύεται αὐστηρά καί ἡ ἀναχειροτόνησή τους.

Τί φρονοῦν περ ίερωσύνης οἱ Διαμαρτυρόμενοι;

῎Αν ἐξαιρέσουμε τούς ᾿Αγγλικανούς οἱ ὁποῖοι δέχονται τήν ἱερωσύνη ὡς μυστήριο, οἱ ὑπόλοιποι Προτεστάντες ἀρνοῦνται τό μυστηριακό χαρακτήρα της. Αὐτοί, ἀποκόψαντες κάθε ἐξωτερικό δεσμό μετά τῆς ᾿Εκκλησίας τήν ὁποία ἀντιλαμβάνονται ὡς κοινωνία πνευματική καί ἀόρατη, συναρνούμενοι δέ καί τήν εὐχαριστία ὡς ἱλαστική θυσία (ὥστε νά ὑπάρχει ἀνάγκη ἱερέων), τούς δέ πιστούς ὅλους δεχόμενοι ὡς «βασίλειον ἱεράτευμα» (Α´ Πέτρ. 2,5), ἦταν φυσικό νά ἀπορρίψουν τήν ἱερωσύνη ὡς μυστήριο, τῆς θείας χάριτος παρεκτικό. ῾Η ἱερωσύνη δέν μπορεῖ νά εἶναι ἐν κυριολεξίᾳ μυστήριο, ἀλλά διάταξη ὠφέλιμη τοῦ Θεοῦ280, ἀποσκοπούσα στό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί τήν τέλεση τῶν μυστηρίων (βαπτίσματος καί θείας εὐχαριστίας). ῾Η ἀνάδειξη γίνεται διά χειροθεσίας καί δι’ εὐχῆς σέ πρόσωπα κατάλληλα νά ἀναλάβουν τήν ἐκκλησιαστική αὐτή διακονία. Στή χειροθεσία ἐπιμένουν κυρίως οἱ Λουθηρανοί, οἱ ὁποῖοι δέν θέλουν νά διακόψουν κάθε ἐξωτερικό δεσμό μετά τῆς ὁρατῆς ᾿Εκκλησίας. Εἶναι φανερό ὅτι οἱ διατάξεις αὐτές δέν χορηγοῦν τή θεία χάρη, ὅπως ἕνα ἀληθινό μυστήριο, ἀλλ’ ἔχουν μόνο ἠθική ἐπίδραση, ὅπως καί οἱ ἄλλες ἐκκλησιαστικές εὐχές. ᾿Επίσης εἶναι εὐνόητο γιατί σ’ αὐτούς ἡ ἐπάνοδος τοῦ κλήρου στίς τάξεις τῶν λαϊκῶν εἶναι κάτι εὔκολο καί ἀδιάφορο.

Η Εξομολόγηση

Τί εἶναι τό μυστήριο τῆς μετάνοιας;

Εἶναι τό μυστήριο πού ἱδρύθηκε ἀπό τόν Κύριο γιά νά καλύψει μιά βαθιά ἀνάγκη τοῦ πληρώματος τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Επειδή ὁ ἄνθρωπος μετά τό βάπτισμά του -στό ὁποῖο ἔλαβε ἄφεση ἁμαρτιῶν καί ἀναγεννήθηκε πνευματικά- δέν παύει νά κάνει ἁμαρτίες ὑποκύπτοντας στήν ἁμαρτητική ὁρμή τῆς φύσεως, ὁ πανάγαθος Κύριος ἵδρυσε εἰδικό μυστήριο γιά ν’ ἀντιμετωπίζονται οἱ δύσκολες ὧρες τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν, νά λαμβάνουν ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων τους καί ν’ ἀπαλλάσονται ἀπό τό βάρος τῆς ἐνοχῆς πού προέρχεται ἀπό τά παραπτώματά τους. Θά λέγαμε, λοιπόν, ὅτι ἡ μετάνοια εἶναι τό ἱερό ἐκεῖνο μυστήριο κατά τό ὁποῖο αὐτός πού μετανιώνει εἰλικρινά γιά τ’ ἁμαρτήματά του καί τά ἐξομολογεῖται στόν πνευματικό τῆς ᾿Εκκλησίας λειτουργό λαμβάνει ἄφεση ἁμαρτιῶν, ἀνακτώντας τή δικαίωση πού τυχόν ἔχασε διά τῆς ἁμαρτίας, γινόμενος καί πάλι φίλος καί τέκνο ἀγαπητό τοῦ Θεοῦ.

῾Η μετάνοια ὀρθῶς χαρακτηρίζεται ὡς βάπτισμα δεύτερο, γιατί σ’ αὐτή ἐπαναλαμβάνονται στίς ψυχές τά σωτήρια ἀγαθά τοῦ πρώτου βαπτίσματος, ἡ ἄφεση δηλαδή τῶν ἁμαρτιῶν καί ἡ ἐξάλειψη τῆς ἐνοχῆς καθώς καί τῶν ἀπορρεουσῶν ἀπό τήν ἁμαρτία ποινῶν. Οἱ ὀνομασίες τοῦ μυστηρίου, ἀνάλογα μέ τήν ἄποψη ἀπό τήν ὁποία ἐξετάζεται καί τά ἀποτελέσματα πού ἔχει, εἶναι· μετάνοια, ἐξομολόγηση, ἐξαγόρευση, ὴ῏ὃὺὸὖὖἂ῏, ὰὲὖ῏῝῟ὦἂ῏ κ.ἄ.

Ποιός εἶναι ὁ ἱδρυτής τοῦ μυστηρίου;

῾Ιδρυτής τοῦ μυστηρίου εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός. Τοῦτο στηρίζεται στήν ἐξουσία τοῦ «ἀφιέναι ἐπί τῆς γῆς ἁμαρτίας», μέ τήν ὁποία ἐφοδίασε ὁ Σωτήρας τήν ᾿Εκκλησία του, ὅπως βλέπουμε στούς λόγους του πρός τόν Πέτρο· «...καί δώσω σοι τάς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καί ὅ ἐάν δήσῃς ἐπί τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καί ὅ ἐάν λύσῃς ἐπί τῆς γῆς ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς»271, μάλιστα δέ σέ ὅσα εἶπε σέ ὅλους τούς μαθητές· «᾿Αμήν λέγω ὑμῖν, ὅσα ἐάν δήσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καί ὅσα ἐάν λύσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ»272· Τέλος καί σέ ὅσα τούς εἶπε μετά τήν ἀνάσταση, ἀποστέλλοντάς τους νά κηρύξουν τό Εὐαγγέλιο σέὅλη τή γῆ· «Λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας, ἀφίηνται αὐτοῖς· ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται»

273.Στό μυστήριο τῆς μετάνοιας συγχωροῦνται ὅλες οἱ ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων;

Ναί ὅλες, ὅταν ὑπάρχουν φυσικά οἱ ἀπαραίτητες συνθῆκες, εἴτε μεγάλες εἶναι (οἱ ἁμαρτίες) εἴτε μικρές, εἴτε ἐλαφρές εἴτε βαριές, εἴτε συγγνωστές εἴτε θανάσιμες. ῞Οτι συγχωροῦνται καί οἱ πιό μεγάλες ἁμαρτίες εἶναι μυριόλεκτο στήν ῾Αγία Γραφή. Τοῦ ληστῆ στό σταυρό συγχωροῦνται ὅλα τά ἐγκλήματα, ὅπως καί τῆς μοιχαλίδας ὁ ἀκάθαρτος βίος, ἐνῶ ὁ Παῦλος συγχωρεῖ τόν αἱμομείκτη ἀφοῦ τόν καθυπέβαλε πρῶτα σέ μετάνοια.

Εἶναι δέ γνωστό ἀπό τήν ἱστορία, ὅτι ἡ᾿Εκκλησία πάντοτε ἀπεδοκίμαζε ὅλους ἐκείνους τούς αἱρετικούς καί σχισματικούς (Μοντανιστές, Νοβατιανούς, Δονατιστές, Λουκιφεριανούς), οἱ ὁποῖοι, ἔχοντας αὐστηρές ἀρχές, ἀμφισβητοῦσαν ἀπό τήν ᾿Εκκλησία τό δικαίωμα νά συγχωρεῖ βαριά ἁμαρτήματα, ὅπως ἦταν ὁ φόνος, τά σαρκικά μολύσματα, ἡ εἰδωλολατρία καί ἡ ἔκπτωση ἀπό τήν πίστη κατά τούς διωγμούς. Καί λέγεται μέν στή Γραφή ὅτι ἡ ἁμαρτία κατά τοῦ῾Αγίου Πνεύματος δέν συγχωρεῖται οὔτε στόν παρόντα αἰώνα οὔτε καί στόν μέλλοντα· ὅμως αὐτό δέν ὀφείλεται σέ ἀδυναμία τῆς μυστηριακῆς χάριτος νά συγχωρήσει τήν ἁμαρτία αὐτή, ἀλλά στίς ὑποκειμενικές συνθῆκες τοῦ βλασφημοῦντος, ὁ ὁποῖος σέἔσχατη πώρωση ψυχῆς περιελθών, διασύρει βάναυσα τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καί ὡς ἐκ τούτου δέν μπορεῖ νά μετανοήσει καί νά συγχωρεθεῖ.

Ποιά εἶναι τά συστατικά τοῦ μυστηρίου τῆς μετάνοιας;

Εἶναι ἡ ἰδίως μετάνοια καί ἡ ἐξομολόγηση. ῾Η πρώτη εἶναι ἡ τροφοδοτούμενη ἀπό τήν πίστη καί τήν ἀγάπη θλίψη καί συντριβή τῆς ψυχῆς γιά τή θλιβερή ἁμαρτωλή της κατάσταση, μή ἀποκλειομένου καί τοῦ φόβου ἐν ὄψει τῶν ποινῶν τῆς κολάσεως, μαζί μέ ἀπόφαση ν’ ἀπαρνηθεῖ ὁ ἁμαρτωλός τό βεβαρημένο παρελθόν του καί ν’ ἀλλάξει τρόπο ζωῆς. ῾Η διαδικασία αὐτή, σαφῶς ἠθικοῦ χαρακτήρα, εἶναι ἀπαραίτητη συνθήκη γιά τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. ῞Οπου δηλαδή ὑπάρχει ἀληθής μετάνοια, ἐκεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ θά δώσει συγχώρηση τῶν ἁμαρτημάτων. ῾Η δεύτερη δέ, ἡ ἐξομολόγηση 274, εἶναι ἡ διά ζώσης ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτημάτων ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ πατέρα, δηλαδή τοῦ λειτουργοῦ τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Η ἐξαγόρευση ἐπιβάλλεται ἀπό τή φύση τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου. ᾿Εδῶ ἔχουμε πνευματική νόσο, ἀσθένεια ψυχῆς. ῎Εχουμε φόρτιση συναισθηματική, ἀγωνία, ἄγχος, ἀνηλεές μαστίγωμα συνειδήσεως ταραγμένης, ἡ ὁποία ἐπιζητεῖ ἠρεμία καί γαλήνευση. ῎Εχουμε καί ἰατρό πνευματικό, ὁ ὁποῖος εἶναι ταγμένος ἀπό τό Θεό νά γιατρεύει τά ψυχικά νοσήματα. Πῶς ὅμως ὁ ἱερέας θά μπορέσει νά ἐκπληρώσει τό χρέος του αὐτό, νά κάνει καλά τόν ψυχικῶς ἀσθενούντα ἁμαρτωλό, ἄν ὁ τελευταῖος δέν γνωστοποιήσει σ’ αὐτόν τά ἁμαρτήματά του; Πῶς θά θεραπεύσει τόν ἁμαρτωλό ὁ πνευματικός πατέρας ἄν δέν διαγνώσει πρῶτα τή φύση τῆς πνευματικῆς ἀσθένειας, τόν πόνο καί τήν ταλαιπωρία τῆς ψυχῆς, τά ἐλατήρια καί τήν εἰλικρίνεια τῆς ἐξαγορεύσεως; Μήπως καί ὁ φυσικός γιατρός μπορεῖ νά κάνει καλά ἕναν ἄρρωστο, ἄν δέν τόν ἐξετάσει προσεκτικά κι ἄν δέν διαγνώσει τή φύση τῆς ἀρρώστιας, ὥστε νά ἐπιβάλει τή δέουσα ἰατρική καί φαρμακευτική ἀγωγή;

Δέν μπορεῖ ὁ ἁμαρτωλός νά λάβει ἄφεση ἁμαρτιῶν ἀπ’ εὐθείας ἀπό τό Θεό κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νά ἐξομολογεῖται στόν ἱερέα τίς ἁμαρτίες του;

῞Ότι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ καί πρέπει νά ζητεῖ ἀπό τό Θεόἄφεση ἁμαρτιῶν διά τῆς προσευχῆς εἶναι ἀναντίρρητο. Αὐτό ἀποτελεῖ βασικό στοιχεῖο μιᾶς ἀληθινῆς προσευχῆς. Αὐτό μᾶς διέταξε καί ὁ Κύριος, δίνοντάς μας τό πρότυπο τῆς ἀληθινῆς προσευχῆς· «Καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν». Αὐτό ὅμως σέ καμιά περίπτωση δέν μπορεῖ νά ἀντικαταστήσει τό ἱερό μυστήριο τῆς μετάνοιας, ἀλλά νά γίνεται παράλληλα μέ αὐτό. ῎Αραγε νά μή γνώριζε καλά τά πράγματα ὁ Κύριος ὅταν ἵδρυε τό μυστήριο καί τό παρέδιδε στούς μαθητές του μέ τή μορφή τῆς ἐξαγορεύσεως; ᾿Αλλά καί ψυχολογικά, ὅταν ἀπευθύνουμε στό Θεό τό αἴτημα ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν μας, μήπως ἔχουμε βεβαίωση περί πληρώσεως τῆς προσευχῆς μας; Εἴμαστε βέβαιοι γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων μας; Βέβαια ὄχι. ῾Η πλήρωση ἤ ὄχι τοῦ αἰτήματός μας εἶναι κρυμμένη βαθιά στή βουλή τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ἀγνοοῦμε πιστεύοντας βέβαια ὅτι θά τήν πετύχουμε.

᾿Αντίθετα, στό ἱερό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως, ὅταν προσερχόμαστε σ’ αὐτό καθώς πρέπει, ἔχουμε ἀπόλυτη βεβαιότητα γιά τήν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἡ χάρη Του θά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τό βάρος τῆς ἐνοχῆς καί τῶν ποινῶν τῶν προσωπικῶν μας ἁμαρτημάτων. ῾Η αἴσθηση καί ἡ πληροφόρηση αὐτή εἶναι ὑπέρτατο ἀγαθό, τό ὁποῖο γεμίζει ἀνακούφιση, χαρά καί ἀγαλλίαση τίς πονεμένες ψυχές πού μαστιγώνονται ἀλύπητα ἀπό τήν ἁμαρτία, τό φαρμάκι αὐτό τῆς ζωῆς καί τῆς ὑπάρξεώς μας. Νά ὑποθέσουμε ὅτι οἱ αἰτιάσεις κατά τῆς ἐξομολογήσεως προέρχονται ἀπό ντροπή νά φανερώσουμε στόν ἱερέα τ’ ἁμαρτήματά μας;

Πότε παρέχεται ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων;

Κατά τήν ὥρα τῆς ἀναγνώσεως τῆς συγχωρητικῆς εὐχῆς ἀπό τόν ἱερέα. ῞Οταν ὁ λειτουργός τῆς ᾿Εκκλησίας διαγνώσει εἰλικρινή μετάνοια στόν ἐξομολογούμενο, τότε τόν ἀπολύει ἀπό τήν ἐνοχή τῆς ἁμαρτίας, διαβάζοντάς του τήν καθιερωμένη ἀπό τήν ᾿Εκκλησία εὐχή. ῾Ο ἱερέας ἀπολύει τόν ἁμαρτωλό σάν κριτής, ἀσκώντας τήν ἐξουσία πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες. Κάνει κάτι ἀνάλογο μέ τόν κοσμικό δικαστή, ὁὁποῖος ἔχει ἀπό τήν πολιτεία τήν ἐξουσία νά κρίνει τίς παραβάσεις τῶν νόμων ἀπό τούς πολίτες· μέ τή διαφορά ὅτι, ἐνῶ ὁ κοσμικός δικαστής ἀθωώνει ἤ καταδικάζει τούς πολίτες, τοῦ ἱερέα ἡ ψῆφος εἶναι μόνο ἀθωωτική, ποτέ δέ καταδικαστική.

Καί μιά λέξη ἀκόμη· ἐνῶ ὁ ὀρθόδοξος ἱερέας, σύμφωνα μέ τό πνεῦμα τῆς ᾿Ορθοδοξίας καί στήν ἰδιότητά του ὡς ἀντιπροσώπου καί ὀργάνου τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἱδρυτῆ τῶν μυστηρίων, ἱκετεύει τό Θεό νά συγχωρήσει δι’ αὐτοῦ τόν ἁμαρτωλό, ὁ ἱερέας τῆς Δυτικῆς ᾿Εκκλησίας σύμφωνα μέ τό πνεῦμα της νά ἐξαίρει τόν κλῆρο ὑπέρ τό λαό, ἀπολύει τόν ἁμαρτωλό αὐτοδικαίως (ἂἆὖ῏ἢ῟ἶὸ).

Τί εἶναι τά ἐπιτίμια (ὁ κανόνας);

῾Ο ἱερέας, ὡς ἰατρός ψυχῶν, πρίν ἀπό τό μυστήριο ἤ μετά ἀπό αὐτό μπορεῖ νά ἐπιβάλει σ’ αὐτόν πού πρόκειται νάἐξομολογηθεῖ ἤ ἀφοῦ ἔχει ἐξομολογηθεῖ, ἐπιτίμια εἴτε γιά νά τόν προετοιμάσει νά δεχθεῖ καρποφόρως τό μυστήριο, ἤ ἀφοῦ λάβει ἄφεση ἁμαρτιῶν νά τόν στερεώσει στόν πνευματικό ἀγώνα κατά τῆς ἁμαρτίας καί στήν ἀνακαίνιση τῆς πνευματικῆς του ζωῆς. Τέτοια ἐπιτίμια εἶναι ἡ συχνή προσευχή, ἡ ἀνάγνωση ψυχωφελῶν βιβλίων, ἡἐλεημοσύνη, ἡ ἀποδημία στούς ἁγίους Τόπους καί ὅ,τι ἄλλο κρίνει πρόσφορο ὁ ἱερέας νάἐπιβάλει στό μετανοούντα ἁμαρτωλό γιά τήν πνευματική του εὐστάθεια. Πρέπει ὅμως νά προσέξουμε καλῶς ὅτι τά ἐπιτίμια εἶναι ἁπλές παιδαγωγίες, φάρμακα πνευματικά ἀποσκοποῦντα στήν πνευματική βελτίωση τοῦ ἐξομολογηθέντος, κάτι ἀνάλογο μέ αὐτό πού ἐπιβάλλει καί ὁ φυσικός γιατρός (δίαιτα κ.λπ.) στόν ἀναρρώνοντα ἀσθενή. Τάἐπιτίμια δέν εἶναι κάτι πού ἀνήκει οὐσιαστικά στή φύση τοῦ μυστηρίου καί τό ὁποῖο, ἄν παραλειφθεῖ, μπορεῖ νά ζημιώσει τήν ὁλοκληρία του.

Σέ κάθε περίπτωση ἡ ἐπιβολή τῶν ἐπιτιμίων εἶναι σκόπιμη, γιαυτό μποροῦν εἴτε νά μετριασθοῦν εἴτε τελείως νά ἀρθοῦν, ἀνάλογα μέ τήν ἐκτίμηση τοῦ πνευματικοῦ πατέρα. Αὐτό ὅμως πούἔχει ἰδιαίτερη σημασία εἶναι νά μήν τά θεωρήσουμε ὡς ποινές πού ἐπιβάλλονται στόν ἁμαρτωλό γιά νά ἱκανοποιηθεῖἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ὅπως διδάσκει σχετικά ἡ Δυτική᾿Εκκλησία. Δέν ἔχουν δηλαδή χαρακτήρα ἱκανοποιητικό.

῾Υπάρχουν διαφορές στό μυστήριο τῆς μετάνοιας μεταξύ ᾿Ορθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν;

῾Ως πρός τήν οὐσία τοῦ μυστηρίου δέν ὑπάρχουν διαφορές. ῾Υπάρχουν ὅμως σχετικά μέ τή φύση τῶν ἐπιτιμίων καί ἄλλων ἀντιλήψεων σχετιζομένων μέ αὐτά, τά ὁποῖα κατά διαφορετικό τρόπο ἐκδέχεται ἡ κάθε μία ᾿Εκκλησία.

᾿Ενῶ κατά τήν ᾿Ορθόδοξη πίστη τά ἐπιτίμια εἶναι, ὅπως ἤδη παρατηρήσαμε, παιδαγωγίες καί φάρμακα πνευματικά ἀποβλέποντα στή διασφάλιση τῆς μετάνοιας τῶν ἁμαρτωλῶν καί στή στερέωσή τους στό νέο βίο τόν ἀρξάμενο μέ τήν μετάνοια, ἡ Ρωμαϊκή᾿Εκκλησία τά θεωρεῖὡς μέσα κατευναστικά καί ἱκανοποιητικά τῆς θείας δικαιοσύνης.

Τό ρωμαιοκαθολικό αὐτό δίδαγμα στηρίζεται στήν περί ποινῶν ἰδιαίτερη ἀντίληψη τῆς δυτικῆς θεολογίας. Κατ’ αὐτήν οἱ ποινές οἱ ὀφειλόμενες στά ἁμαρτήματα -κυρίως τά σοβαρά- εἶναι δύο εἰδῶν, οἱ αἰώνιες καί οἱ πρόσκαιρες. Καί οἱ μέν αἰώνιες συγχωροῦνται στό μυστήριο τῆς μετάνοιας, ὄχι ὅμως καί οἱ πρόσκαιρες (οἱ ἐλαφρότερες δηλαδή), διά τήν ἄρση τῶν ὁποίων ὁ ἁμαρτωλός πρέπει νά τιμωρηθεῖ, ὥστε διά τῆς τιμωρίας του νά ἱκανοποιηθεῖἡ θεία δικαιοσύνη. Οἱ ποινές αὐτές πού ἔχουν ἐξιλαστικό χαρακτήρα πληρώνονται στή γῆ αὐτή ἀπό τούς ἁμαρτωλούς· ἄν ὅμως δέν προλάβουν, τούς προλάβει δηλαδή ὁ θάνατος, θά συνεχίσουν τήν ἀποπληρωμή τους μετά θάνατο, σέ εἰδικό τόπο βασάνων, τό λεγόμενο καθαρτήριο (Ρ῟ἶὼὰὦ῏ἶἂ῟ἣ)275. ῞Οπως καί ἡ λέξη φανερώνει, στό καθαρτήριο πῦρ οἱ ψυχές καθαίρονται, καθαρίζονται ἀπό τά ὑπολείμματα τῆς ἁμαρτίας, τιμωρούμενες. Μετά τό πέρας τῆς καθάρσεως οἱ ψυχές βγαίνουν ἀπό τό καθαρτήριο, εἰσερχόμενες στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ᾿Εννοεῖται ὅτι οἱ θανάσιμα ἁμαρτήσαντες στή ζωή καί μή μετανοήσαντες σέ τίποτε δέν ὠφελοῦνται, ἀλλά μόνο κολάζονται. Σέ ὅλη αὐτή τή θλιβερή διαδικασία τῶν τέκνων της ἡ᾿Εκκλησία, σάν μητέρα στοργική, δέν μένει ἀπαθής καί ἀδιάφορη. Μέ τήν ἐξουσία πού ἔχει ἀπό τό Θεό καί χρησιμοποιώντας τό θησαυρό τῆς περισσεύουσας ἀξιομισθίας τῶν ἁγίων, μπορεῖ νά παρέμβει δραστικά ὑπέρ τῶν ὀδυνωμένων τέκνων της, συντέμνουσα ἤ αἴρουσα παντελῶς τίς ποινές εἴτε ἐδῶ στή γῆ, εἴτε στό καθαρτήριο, ἐκδίδοντας γραπτές ἀφέσεις276 ὀνομαστικά γιά κάθε βασανιζόμενο τέκνο της, στίς ὁποῖες βεβαιώνεται μέὑπογραφή ἡ ἄρση τῶν βασάνων, ὥστε νά ἡσυχάζουν ἀπό τό μαρτύριό τους τά τέκνα της.

Τά διδάγματα αὐτά φυσικά δέν μπορεῖ νά ἐπικροτήσει ἡ᾿Ορθόδοξη Καθολική᾿Εκκλησία. Πρωτίστως δέν εἶναι ὀρθή ἡ διάκριση τῶν ποινῶν σέ αἰώνιες καί πρόσκαιρες καί μάλιστα ὅτι οἱ αἰώνιες στή μετάνοια συγχωροῦνται, οἱ δέ πρόσκαιρες ὄχι καί ὅτι γιά τίς τελευταῖες πρέπει νά ἐξιλεώσει τό Θεό τιμωρούμενος ὁἄνθρωπος. Δηλαδή ἡ μυστηριακή χάρη μπορεῖ νά συγχωρήσει τίς αἰώνιες ποινές, τίς βαρύτερες, καί ὄχι τίς ἐλαφρότερες, τίς πρόσκαιρες; Ποῦ δέ ὀφείλεται ἡἀδυναμία αὐτή; Νά εἶναι ἄραγε ἐλλειματική ἡ δύναμη τοῦ λυτρωτικοῦἔργου τοῦ Χριστοῦ, ὥστε νά μή μπορεῖ νά ἀφανίσει στήν ὁλότητά τους τίς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας; Νά δύναται τό μεγαλύτερο καί τό σημαντικότερο καί νά μή μπορεῖ τό μικρότερο καί τό λιγότερο σημαντικό; ᾿Αλλά γιατί ὁ Θεός νά μή συγχωρεῖ τίς ἐλαφρότερες ποινές καί νά ζητεῖ ἰδιαίτερη ἱκανοποίηση ἀπό τό ἁμαρτωλό πλάσμα του; Μήπως διατηρεῖ μέσα του σπινθήρα ὀργῆς τόν ὁποῖο πρέπει νά σβήσει ὁ ἁμαρτωλός εἰδικά τιμωρούμενος;

Καί στό ζήτημα τῶν ἀφέσεων ὑπάρχουν πολλά δυσοικονόμητα καί ἀκατανόητα. ῾Η σύντμηση ἤ ἡ πλήρης ἄρση τῶν ἐπιτιμίων στήν παρούσα ζωή εἶναι κάτι τό ὑγιές. Καί στήν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία ὁ ἱερέας μπορεῖ νά συντομεύσει ἤ νά ἄρη τελείως τά ἐπιτίμια. Αὐτό ἔγκειται στήν ἱερατική ἐξουσία του, πού εἶναι δοσμένη σ’ αὐτόν ἀπό τό Θεό. Ποιά ὅμως ἔννοια ἔχει ἡ μετά θάνατο προέκταση τῆς διαδικασίας στό καθαρτήριο; Διότι, ἄν σκοπός εἶναι ἡ κάθαρση τῆς ψυχῆς, ἡ ἄρση της ὁπωσδήποτε θά βλάψει τήν ψυχή, ἀνακόπτοντας τήν ἀποκάθαρσή της. ῎Αλλωστε ποιά ἔννοια μπορεῖ νά ἔχει ἡ κάθαρση τῶν ψυχῶν σέ χώρους ὅπου ἀπουσιάζει κάθε δυνατότητα ἠθικῆς βελτιώσεως καί ἐξελίξεως; ᾿Εκτός κι ἄν ἡ ὅλη διαδικασία νοεῖται ὡς μηχανική ἀπότριψη τοῦ ρύπου τῆς ἁμαρτίας, πράγμα φυσικά ἐντελῶς ἀπαράδεκτο.

Τέλος καί ἡ διδασκαλία περί τοῦ θησαυροῦ ἀξιομισθίας τῶν ἁγίων, ὅπως τήν ἐννοεῖ καί τή χρησιμοποιεῖ ἡ Ρωμαϊκή᾿Εκκλησία, δέν βγάζει καί πολύ νόημα. ῞Ο,τι καλό κάνουν οἱ ἅγιοι τό κάνουν μέ τή βοήθεια τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ καί ποτέ δέν βγαίνει ἔξω ἀπό τόν προσωπικό κύκλο τοῦ χρέους. Στή βάση αὐτή κρίνεται ἡ σωτηρία καί ἡ δόξα τους. ᾿Αλλά καί σέ περίπτωση πού ὑπάρχει περίσσεια ἀξιομισθίας, δέν κατανοοῦμε πῶς τά περισσεύματα αὐτά συγκεντρώνονται σέ ἰδιαίτερο ταμεῖο καί μάλιστα μποροῦν νά διατεθοῦν ἀπό τήν ᾿Εκκλησία γιά τή βοήθεια τῶν ἐνδεῶν μελῶν της πού τά ἔχουν ἀνάγκη. Οἱ σχέσεις στό πεδίο τῆς χάριτος εἶναι καθαρά προσωπικές. Δέν εἶναι σχέσεις λογιστικές καί ἐμπορικές, ὥστε νά μεταφέρει ὁ ἕνας στόν ἄλλον τά πνευματικά του πλεονεκτήματα. ῾Ο ἄνθρωπος σώζεται μέ βάση τό δικό του προσωπικό ἔργο. Φυσικά τά μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας βοηθοῦν τό ἕνα τό ἄλλο πνευματικά· μόνο ὅμως διά τῆς προσευχῆς, τά δέ ἀποτελέσματα εἶναι καθαρά ζήτημα τῆς ἀγαθότητας τοῦ Θεοῦ. Περισσότερα ὅμως περί τῶν ὑπερτάτων ἔργων πού εἶναι ἡ βάση τῶν ἀξιομισθιῶν τῶν ἁγίων, κάναμε ἰδιαίτερο λόγο σέ προηγούμενό μας ἐρώτημα.

Τά μνημόσυνα πού κάνουμε γιά τούς νεκρούς ἔχουν κάποια ἀναλογία μέ τήν περί καθαρτηρίου πυρός πρακτική τῆς Ρωμαϊκῆς ᾿Εκκλησίας;

Μόνο γενική καίἀπώτερη ἀναλογία ἔχουν, γιατί καί τά δύο ἀναφέρονται στή μετά θάνατο τύχη τῶν κεκοιμημένων. Στήν οὐσία ὅμως διαφέρουν σημαντικά. Κατά τήν ὀρθόδοξη πίστη τά μνημόσυνα εἶναι ἁπλές εὐχές τῆς ᾿Εκκλησίας πρός τό Θεό γιά τήν ἀνάπαυση τῶν ψυχῶν τῶν μελῶν της πού τά ἀπέσπασε ὁ θάνατος. Οἱ ἄνθρωποι πού πεθαίνουν δέν κουβαλᾶνε ὅλοι μαζί τους τήν ἴδια πνευματική κατάσταση. ῎Αλλοι εἶναι δίκαιοι, ἄλλοι μεγάλοι ἁμαρτωλοί πού δέν μετάνιωσαν γιά τ’ ἁμαρτήματά τους καί ἄλλοι, μετανοημένοι μέν, χωρίς ὅμως νά ἀξιοποιήσουν, ἀπό ἀδιαφορία καί ἀμέλεια, τή μετάνοιά τους. ῾Ο θάνατος τούς βρῆκε μέ κηλίδες ἁμαρτίας, οἱ ὁποῖες τούς ἐμποδίζουν νά δοῦν τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Γιά τ’ ἁμαρτήματα αὐτά οἱ ψυχές ὀδυνῶνται στή μέση κατάσταση, ὅπου πηγαίνουν μετά θάνατο ὅλοι οἱ νεκροί. ῾Υπέρ ὅλων αὐτῶν ἡ᾿Εκκλησία, σάν στοργική μητέρα, τελεῖ τά ἱερά μνημόσυνα πρός ἀνακούφιση τῶν ψυχῶν καί ἀπαλλαγή τους ἀπό τήν ὀδύνη καί τόν πόνο τοῦ πνευματικοῦ μαρτυρίου. Τῶν μνημοσύνων ἔχουν ἀνάγκη κυρίως ἡ τρίτη τάξη τῶν νεκρῶν, γιατί τόσο οἱ δίκαιοι ὅσο καί οἱἄδικοι δέν χρειάζονται τά ἱερά μνημόσυνα, οἱ μέν πρῶτοι γιατί ζοῦν μέ γαλήνη καί ἠρεμία κοντά στό Θεό (στή μέση κατάσταση ἐννοεῖται), οἱ δέ ἄδικοι εἶναι δυνάμει καταδικασμένοι στήν κόλαση. Τά μνημόσυνα δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά προσευχές οἱ ὁποῖες παρέχουν ὄνηση (ὠφέλεια) στίς ψυχές τῶν νεκρῶν, χωρίς νά γνωρίζουμε τή φύση καί τήν ἔκταση τῆς ὠφέλειας αὐτῆς, τήν ὁποία γνωρίζει καί ρυθμίζει μόνο ὁ πανάγαθος Θεός.

Οἱ ἀντιλήψεις τῆς Ρωμαϊκῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι αἰσθητά ἀντίθετες μέ τίς πιό πάνω ἐκτεθεῖσες. Κατ’ αὐτήν τό καθαρτήριο πῦρ (Ρ῟ἶὼὰὦ῏ἶἂ῟ἣ) δέν εἶναι προσευχή τῆς ᾿Εκκλησίας ὑπέρ τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημένων, ἀλλά τόπος καθάρσεως καί ποινῶν τίς ὁποῖες πρέπει νάἐκτίσει ἡ ψυχή πού εὑρίσκεται σ’ αὐτό, γιά νά ἱκανοποιηθεῖἡ θεία δικαιοσύνη. Εἶναι πεδίο στό ὁποῖο ἐφαρμόζεται ἀπό τήν ᾿Εκκλησία ἡ πρακτική τῶν λυσιποίνων ἀφέσεων (συγχωροχαρτίων), τίς ὁποῖες χορηγεῖ ἐξουσιαστικάἡ᾿Εκκλησία (ὁ Πάπας). Παλαιότερα ἡ χορήγηση τῶν συγχωροχαρτίων γινόταν κατόπιν καταβολῆς χρημάτων ἀπό τούς συγγενεῖς τῶν πεθαμένων, πράγμα πού πολύ ἔβλαψε καί διέσυρε τήν ᾿Εκκλησία αὐτή στή Δύση. Εἶναι φανερόν ὅτι καμία οὐσιώδης ἀναλογία δέν ὑπάρχει μεταξύ τῶν ὀρθοδόξων μνημοσύνων καί τοῦ λατινικοῦ δόγματος περί καθαρτηρίου πυρός.

Τί διδάσκουν περί μετανοίας οἱ Διαμαρτυρόμενοι;

Σύμφωνα μέ τίς βασικές ἀντιλήψεις τους περί δικαιώσεως καί ἐκκλησιαστικοῦ ἱερατείου, οἱ Διαμαρτυρόμενοι δέν δέχονται τήν μετάνοια ὡς μυστήριο, τῆς ὁποίας ἀπορρίπτουν τά βασικά στοιχεῖα, τήν ἐσωτερική ἀπό ἀγάπη καί πίστη συντριβή τῆς ψυχῆς γιά τά ἁμαρτήματά της καί τήν ἐξωτερική ἐξομολόγηση στό λειτουργό τῆς ᾿Εκκλησίας. Κατ’ αὐτούς στό μυστήριο τοῦ ἱεροῦ βαπτίσματος σφυρηλατεῖται ἀκατάλυτος δεσμός μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων, ὥστε ὁποιαδήποτε ἁμαρτία μετά τό βάπτισμα, μικρή ἤ μεγάλη, νά μήν μπορεῖ νά διαλύσει τό δεσμό αὐτό καί νά τόν ἀφανίσει. Βεβαίως οἱ μετά τό βάπτισμα ἁμαρτάνοντες ἔχουν ἀνάγκη μετάνοιας· ὅμως ἡ μετάνοιά τους αὐτή, ὡς ἐπάνοδος στή διά τοῦ βαπτίσματος χορηγηθείσα ἄφεση, δέν ἀποτελεῖ ἰδιαίτερο μυστήριο, ἀλλά ζωογόνηση τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος.

Τήν ἐξομολόγηση ἀπορρίπτουν οἱ Προτεστάντες σύμφωνα μέ τή βασική τους ἀντίληψη νά λαμβάνουν ἄφεση ἁμαρτιῶν ὄχι μέσῳ τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς ὁποίας ἀρνοῦνται τόν ὁρατό χαρακτήρα, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας ἀπό τό Θεό. ῾Η ἐξομολόγηση, πού δέν ἔχει διαταχθεῖ κατ’ αὐτούς ἀπό τόν Κύριο, εἶναι τό πολύ ἀνεκτή περισσότερο γιά λόγους ψυχολογικούς. ῾Ο ποιμένας ἀναγγέλλει στόν ἐξομολογούμενο τήν ὑπόσχεση ἁπλῶς τοῦ Θεοῦ περί ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, γιά νά μήν ἀποκάμει καί ἀπελπισθεῖ ἀμφιβάλλοντας ἄν οἱ ἁμαρτίες του εἶναι συγχωρημένες στόν οὐρανό. ῞Οτι στό πνεῦμα αὐτό τῆς ἐξομολογήσεως τῆς στερούμενης τοῦ ἱερατικοῦ στοιχείου καί κριτηρίου εἶναι δυνατό νά χορηγήσει ἐν ἀνάγκῃ ἄφεση ἁμαρτιῶν καί ἕνας λαϊκός, δέν εἶναι δύσκολο νά κατανοηθεῖ.

Το Ευχέλαιο

Τί εἶναι τό μυστήριο τοῦ εὐχελαίου;

᾿Επειδή οἱ ἄνθρωποι ἀρρωσταίνουν, ὁ Κύριος ἐφοδίασε τήν ᾿Εκκλησία του μέ εἰδικό μυστήριο τοῦ ὁποίου σκοπός εἶναι κατά κύριο λόγο ἡ ἴαση τῶν σωματικῶν ἀσθενειῶν, κατά δεύτερο δέ ἡ ἴαση τῆς πνευματικῆς νόσου τῆς ψυχῆς (τῆς ἁμαρτίας). Εἶναι, λοιπόν, τό εὐχέλαιο μυστήριο θείας ἀρχῆς κατά τό ὁποῖο, ὅταν χρίεται ὁ ἀσθενής μέ ἁγιασμένο ἔλαιο, κατέρχεται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία χορηγεῖ πρώτως καί κυρίως τή σωματική ἴαση καί δευτερευόντως τήν ἴαση τῆς ψυχῆς ἀπό τήν ἁμαρτία.

Οἱ συστατικοί λόγοι τοῦ μυστηρίου βρίσκονται στήν καθολική ἐπιστολή᾿Ιακώβου τοῦ᾿Αδελφοθέου· «᾿Ασθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τούς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καί προσευξάσθωσαν ἐπ’ αὐτόν ἀλείψαντες αὐτόν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου· καί ἡ εὐχή τῆς πίστεως σώσει τόν κάμνοντα, καί ἐγερεῖ αὐτόν ὁ Κύριος· κἄν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ»287. Καί δέν λέγεται μέν ρητῶς ἐδῶ ὅτι ἡ ἵδρυση τοῦ μυστηρίου προέρχεται ἀπό τόν Κύριο· ὅμως συνάγεται ἐπαρκῶς, καθόσον ὁ᾿Ιάκωβος δέν θά προέβαινε σέ τέτοια σημαντική μαρτυρία, ἄν δέν εἶχε τήν πεποίθηση ὅτι ἡ μυστηριακή τελετή πού συνιστοῦσε ἀνάγεται στόν ἴδιο τόν Κύριο.

Οἱ αἰτιάσεις δέ κατά τοῦ εὐχελαίου, ὅτι τάχα τή θεραπεία τῆς σωματικῆς νόσου δέν ἐπιτελεῖ ἡ ὑπερφυσικήἐνέργεια τῆς χάριτος, ἀλλά ἡ θεραπευτική ἰδιότητα τοῦ ἐλαίου, δέν εὐσταθεῖ, διότι ὡς σκοπός τοῦ μυστηρίου δέν τίθεται ἡ σωματική ἴαση μόνο, ἀλλά καί ἡ πνευματική ἴαση τῆς ψυχῆς, πράγμα πού δέν ἔχει καμία σχέση μέ τήν ὅποια φυσική ἰδιότητα τοῦἐλαίου. ῎Αλλωστε ἄν ἦταν ἔτσι τά πράγματα, τήν ἐπάλειψη θά τήν ἔκανε ὁποιοσδήποτε ἄλλος πιστός (ἄνδρας ἤ γυναίκα) καί δέν θά προσκαλοῦνταν στό σπίτι τοῦ ἀσθενοῦς οἱ πρεσβύτεροι τῆς ᾿Εκκλησίας.

Τό ὁρατό μέρος τοῦ μυστηρίου εἶναι ἡ σταυροειδής χρίση μέ ἁγιασμένο ἔλαιο τῶν μελῶν τοῦ ἀσθενοῦς ἐκφωνουμένης τῆς εὐχῆς· «Πάτερ ἅγιε, ἰατρέ τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων, ὁ πέμψας τόν μονογενῆ σου υἱόν, τόν Κύριον ἡμῶν ᾿Ιησοῦν Χριστόν, πᾶσαν νόσον ἰώμενον καί ἐκ θανάτου λυτρούμενον, ἴασαι καί τόν δοῦλόν σου τόν δε ἐκ τῆς περιεχούσης αὐτόν σωματικῆς καί ψυχικῆς ἀσθενείας, καί ζωοποίησον αὐτόν διά τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ σου»288.

Οἱ τελετουργοί τοῦ μυστηρίου εἶναι οἱ πρεσβύτεροι (οἱ ἱερεῖς), περισσότεροι τοῦ ἑνός, ἐν ἀνάγκῃ δέ καί ἕνας μόνο ἱερέας. Χρίονται δέ ὅλοι οἱἀσθενεῖς καί ὄχι μόνο οἱ βαριά ἀσθενοῦντες ἤ ὅσοι βρίσκονται στό τέλος τῆς ζωῆς τους.

Θεραπεύονται ὅλοι ἀνεξαίρετα οἱἀσθενεῖς διά τοῦ εὐχελαίου;

Οχι, δέν θεραπεύονται. ῾Ως πρός τό πρῶτο σκέλος τοῦ μυστηρίου (τήν ἴαση τῆς σωματικῆς νόσου), ἡ θεία χάρη δέν ἐνεργεῖ «ἐξ ἀνάγκης», ὅπως γίνεται στά ὑπόλοιπα μυστήρια. ῎Αν συνέβαινε αὐτό, τότε θά ἔκλειναν ὅλα τά νοσοκομεῖα καί τά ἰατρεῖα. ᾿Επειδή ὅμως κάτι τέτοιο δέν συμβαίνει, οἱ περισσότεροι ἀπό τούς πιστούς σέ περίπτωση σωματικῆς ἀσθένειας προτιμοῦν νά ἐπισκέπτονται τούς φυσικούς γιατρούς (ὄχι βέβαια ἀδικαιολόγητα) παρά τούς πνευματικούς (τούς ἱερεῖς). Τό ὅτι δέν θεραπεύονται πάντοτε οἱ σωματικές ἀσθένειες αὐτό δέν ὀφείλεται μόνο στήν ἔλλειψη πίστεως ἀπό μέρους τοῦ ἀσθενοῦντος πού δέχεται τόἱερό μυστήριο, ἀλλά γενικότερα στή θεία βούληση, ἡ ὁποία θέλησε μέν τήν ἴαση τῶν ἀσθενούντων μελῶν τῆς ᾿Εκκλησίας (ἡ ὁποία πολλάκις πραγματοποιεῖται), ὄχι ὅμως καί νά ἐξαλείψει ὁλοσχερῶς τίς σωματικές ἀσθένειες ἤ ν’ ἀποσοβήσει τό θάνατο, πράγματα πού εἶναι ἄλλωστε σημαντικά μέσα στούς παιδαγωγικούς σκοπούς τῆς θείας πρόνοιας.

῎Αν ὅμως τό μυστήριο τοῦ εὐχελαίου δέν λειτουργεῖ ἐξ ἀνάγκης ὡς πρός τό πρῶτο σκέλος του (τήν ἴαση τῶν ἀσθενειῶν), λειτουργεῖ πάντοτε ἐξ ἀνάγκης ὅσον ἀφορᾶ στό δεύτερο σκέλος του, δηλαδή τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν. Γιά τόν λόγο αὐτόἡ᾿Εκκλησία συνδέει τό εὐχέλαιο μέ τή μετάνοια, ἐπιτελώντας αὐτό καί σέ ὑγιεῖς πιστούς, οἱ ὁποῖοι ἑτοιμάζονται γιά τήν κοινωνία τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Δυσκολία ἀναφύεται μόνο ὡς πρός τό εἶδος τῶν ἁμαρτιῶν πού συγχωροῦνται στό εὐχέλαιο, δεδομένου ὅτι γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων ὑπάρχει εἰδικό μυστήριο, ἡ μετάνοια καί ἡ ἐξομολόγηση, στό ὁποῖο εἶναι ὑποχρεωμένος νά προσέλθει ὁ πιστός.

Τό εὐχέλαιο μπορεῖ νά ἀντικαταστήσει τή μετάνοια; ῎Αν δέ ὁ πιστός ἔλαβε ἄφεση στό μυστήριο τῆς μετάνοιας, τί περισσό θάἔχει ἀπό τό εὐχέλαιο; Νάὑποθέσουμε, ὅτι στούς ἀσθενοῦντες πιστούς τό εὐχέλαιο ἐξαφανίζει τάὅποια ἐναπομείναντα λείψανα τῆς ἁμαρτίας, πού συνδέονται μέ τή σωματική ἀσθένεια, ἤ τίς ἁμαρτίες ἐκεῖνες πού λόγῳ καταστάσεώς του ὁ ἀσθενής ἀδυνατεῖ νά ἐξομολογηθεῖ στόν ἱερέα; Ποιός ἄραγε γνωρίζει αὐτά τά πράγματα;

Τί λένε οἱ Ρωμαιοκαθολικοί περί τοῦ εὐχελαίου;

῾Η Δυτική᾿Εκκλησία δέχεται τό εὐχέλαιο ὡς ἐκκλησιαστικό μυστήριο. ᾿Από τόν δωδέκατο ὅμως αἰώνα τό μεταποίησε σέ ἔσχατη κρίση καί σέ ἐφόδιο τῶν ἀποθνησκόντων, μή ἐπαναλαμβάνουσα αὐτό στήν ἴδια ἀσθένεια ἄν αὐτή ξαναεμφανισθεῖ. ᾿Ανάλογοι πρός τήν ἰδέα αὐτή εἶναι καί οἱ καρποί τοῦ μυστηρίου, οἱὁποῖοι ἀντιστρέφονται, δηλαδή ὡς κύρια ἐνέργειά του εἶναι ἡ ἐξάλειψη τῆς ἁμαρτίας καί τῶν λειψάνων της καί ἡ ἐνδυνάμωση τῆς ψυχῆς στόν ἐπικείμενο ἀγώνα της κατά τοῦ θανάτου. ῾Η μεταποίηση ὅμως αὐτή τοῦ εὐχελαίου σέἔσχατη χρίση ἀντιβαίνει πρός τήν ἀρχαία χρήση του καί στή διδασκαλία τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, κατά τήν ὁποία τό μυστήριο διακονεῖται σέ κάθε ἀσθένεια καί ὄχι μόνο στίς βαρύτατες πρό τοῦ θανάτου. ᾿Εσφαλμένα δέ χορηγεῖται ὡς ἐφόδιο ψυχῆς καθ’ ὅν χρόνο αὐτή εἰσέρχεται στίς αἰώνιες μονές, γιατί σάν τέτοιο ἐφόδιο ἦταν πάντοτε στήν ᾿Εκκλησία ὄχι τό εὐχέλαιο ἀλλά ἡ θεία Εὐχαριστία289.

Τί λένε σχετικά οἱ Προτεστάντες;

Δέν τούς ἐνδιαφέρει. Δέν τό δέχονται ὡς μυστήριο καί γιά ἄλλους λόγους ἀλλά καί γιατί δέν παρέχει πάντοτε τή σωματική ἀνάρρωση. Οἱ Λουθηρανοί μόνο τό δέχονται σάν μιά παραμυθητική τελετή, δηλαδή τελετή πού παρέχει παρηγορία, ἐάν περιορισθεῖ στήν ἐπίσκεψη τοῦ ἱερέα στόν ἀσθενή καί τή χορήγηση σ’ αὐτόν τῆς θείας μεταλήψεως. Οἱ ὑπόλοιποι Προτεστάντες τό ἀπορρίπτουν παντελῶς.

Η Θεία Ευχαριστία

Η θεία εὐχαριστία τρέφει τόν ἄνθρωπο πνευματικά, τόν ἁγιοποιεῖ καί τόν ἑνώνει μέ τό Θεό. Εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν μυστήριο, στόὁποῖο συγκροτεῖται καί ζεῖἡ᾿Εκκλησία, ὡς ἡἐπί γῆς ἐνσάρκωση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. ῾Η θεία εὐχαριστία εἶναι θεοποιητικό μυστήριο, ἡ συναγωγή καί συνένωση τοῦ κόσμου στή θεία λυτρωτικήἐνέργεια. Εἶναι δέ, ὅπως καί τό βάπτισμα, μυστήριο κυριακό. ῾Η θεία Εὐχαριστία ἔχει δύο ὄψεις· εἶναι μυστήριο καί ταυτόχρονα θυσία.

Ποιά εἶναι ἡ σύσταση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας;

Τόἵδρυσε ἀπ’ εὐθείας ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστός. Τόσο μυριόλεκτο εἶναι αὐτό στή Γραφή, πού κανείς δέν μπορεῖἀποχρώντως νά τόἀρνηθεῖ. Οἱ περικοπές πού κάνουν λόγο περί τῆς συστάσεως τοῦ μυστηρίου εἶναι· ᾿Ιωάν. 6, 27-69, ὅπου ὁ Σωτήρας ἐπαγγέλλεται τή σύσταση τοῦ μυστηρίου, καί οἱ περικοπές· Ματθ. 26, 20-29, Μάρκ. 14, 17-25, Λουκ. 22, 14-38 καίἡ Α´ Κορ. 11, 23-25, κατά τίς ὁποῖες τό ἑσπέρας πρό τοῦ Πάσχα (Πέμπτη) ὁ Κύριος λαβών ἄρτον τόν εὐλόγησε καίἀφοῦ τόν ἔκοψε τόν ἔδωσε στούς μαθητές Του, εἰπῶν· «Λάβετε, φάγετε τοῦτό ἐστι τό σῶμά μου». ῾Ομοίως λαβών τό ποτήριο καί εὐχαριστήσας τό ἔδωκε στούς μαθητές του λέγων· «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτο γάρ ἐστι τό αἷμά μου τό τῆς καινῆς Διαθήκης, τό περί πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Τό μυστήριο ἱδρύθηκε ἀπό τόν Κύριο σάν αἰώνιος θεσμός στήν ᾿Εκκλησία· «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν»234.

Πῶς παρίσταται ὁ Χριστός στό μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας;

῾Η παρουσία τοῦ Κυρίου στή θεία εὐχαριστία δέν εἶναι ἁπλός συμβολισμός, ἀλλά παρουσία πραγματική. ῾Ο Κύριος μέ ὅλη τήν ὑπόστασή του βρίσκεται πραγματικά στόν ἄρτο καί τόν οἶνο τῆς εὐχαριστίας κατά τή στιγμή τοῦ καθαγιασμοῦ τῶν τιμίων δώρων ἀπό τόν ἱερέα. ῾Η ὁμολογία τοῦ Δοσιθέου περιγράφει ἄριστα τό ζήτημα· «Τούτου ἐν τῇἱερουργίᾳ πιστεύομεν παρεῖναι τόν Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστόν οὐ τυπικῶς οὐδ’ εἰκονικῶς οὐδέ χάριτι ὑπερβαλλούσῃ, ὡς ἐν τοῖς λοιποῖς μυστηρίοις, οὐδέ κατά μόνην παρουσίαν, καθώς τινες τῶν Πατέρων εἰρήκασι περί τοῦ βαπτίσματος, οὐδέ κατ’ ἐναρτισμόν, ὥστε ἑνοῦσθαι τήν θεότητα τοῦ Λόγου τῷ προκειμένῳ τῆς εὐχαριστίας ἄρτῳ, καθώς οἱἀπό Λουθήρου λίαν ἀμαθῶς καίἀθλίως δοξάζουσι, ἀλλ’ ἀληθῶς καί πραγματικῶς, ὥστε μετά τόν ἁγιασμόν τοῦἄρτου καί τοῦ οἴνου μεταβάλλεσθαι, μετουσιοῦσθαι, μεταποιεῖσθαι, μεταρρυθμίζεσθαι τόν μέν ἄρτον εἰς αὐτό τόἀληθές τοῦ Κυρίου σῶμα, ὅπερ ἐγεννήθη ἐν Βηθλεέμ τῆς ἀειπαρθένου, ἐβαπτίσθη ἐν ᾿Ιορδάνῃ, ἔπαθε, ἐτάφη, ἀνέστη, ἀνελήφθη, κάθηται ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ καί πατρός, μέλλει ἐλθεῖν ἐπί τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ· τόν δέ οἶνον μεταποιεῖσθαι καί μετουσιοῦσθαι εἰς αὐτό τόἀληθές τοῦ Κυρίου αἷμα, ὅπερ κρεμαμένου ἀπό τοῦ σταυροῦἐχύθη ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς»235.

᾿Από τήν περιγραφή τῆς ῾Ομολογίας ἀνακύπτει ἀνάγλυφη ἡ περί θείας εὐχαριστίας ὀρθόδοξη διδασκαλία. ῾Ο Χριστός στή θεία εὐχαριστία δέν εἶναι παρών τυπικά καί εἰκονικάἤ μέ τό πλήρωμα τῆς θείας του χάριτος, ὅπως στάὑπόλοιπα ἕξι μυστήρια τῆς ᾿Εκκλησίας· ἀλλά βρίσκεται ὁἴδιος πραγματικά παρών, στόν μέν ἄρτο κατά τό ἄχραντο σῶμα του σέὅλες τίς φάσεις τῆς ἀναπτύξεώς του ἀπό τή στιγμή πού γεννήθηκε ἀπό τήν Παρθένο μέχρι τῆς ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός καθέδρας του· στόν οἶνο δέ, κατά τό αἷμα του πού χύθηκε ἐπάνω στό σταυρό.

Στό μυστήριο τῆς εὐχαριστίας τά φυσικά στοιχεῖα τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου χάνουν τή φυσική τους ὑπόσταση, ἡὁποία μετατρέπεται στήν οὐσία τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή στό σῶμα καί τό αἷμα του. ᾿Αλλάζουν οὐσία, γι αυτό καί ἡ μεταβολή καλεῖται «μετουσίωση». Τό μόνο πού παραμένει στά φυσικά στοιχεῖα εἶναι τά λεγόμενα συμβεβηκότα, αὐτά πού δέν ἀνήκουν στήν οὐσία ἀλλά τήν περιβάλλουν, οἱ φυσικές ποιότητες, ὅπως ἡ μορφή, τό βάρος, ἡ ὀσμή, ἡ γεύση κ.τ.λ. Αὐτό εἶναι μέτρο τῆς θείας παιδαγωγίας, ἡ ὁποία καλύπτει κάτω ἀπό τά συμβεβηκότα τήν οὐσία τοῦ κυριακοῦ σώματος καί αἵματος, γιά νά διευκολύνει τήν κοινωνία τῶν πιστῶν, πού σάν ἄνθρωποι ἀσθενεῖς δέν θά ἄντεχαν νά μεταλάβουν γυμνά, δηλαδή ὅπως στήν πραγματικότητα εἶναι, τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου.

Τί φρονοῦν οἱ Προτεστάντες περί τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στήν εὐχαριστία;

῎Αν ἐξαιρέσει κανείς ὁρισμένες προτεσταντικές παραφυάδες (Σωκινιανούς, ᾿Αρμινιανούς), οἱ ὁποῖοι, ἐξετάζοντας ὀρθολογιστικά τήν ἔννοια τῶν μυστηρίων, θεωροῦν τήν εὐχαριστία ὡς ἁπλή τελετή κατά τήν ὁποία καταγγέλλεται ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου καί μέὕμνους πανηγυρίζονται καί δοξάζονται τά λυτρωτικά του ἀποτελέσματα, οἱἄλλες προτεσταντικές ῾Ομολογίες δέχονται τήν εὐχαριστία ὡς μυστήριο μεταδοτικό τῆς θείας χάριτος, ἄν καί διαφωνοῦν μεταξύ τους ὡς πρός τόν τρόπο τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στήν εὐχαριστία.

Τί εἶναι ὁ ἐναρτισμός;

Εἶναι δόγμα τῶν Λουθηρανῶν, διά τοῦ ὁποίου καταβάλλεται προσπάθεια νά ἑρμηνευθεῖ ἡ πραγματική παρουσία τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ στή θεία εὐχαριστία.

Οἱ Λουθηρανοί δέχονται τήν εὐχαριστία ὡς μυστήριο, στό ὁποῖο «ἐν τῷ ἄρτῳ, σύν τῷἄρτῳ καίὑπό τόν ἄρτον» (ἂὃἆὰὃὸ, ὴ῟ἣἆὰὃὸ, ὖ῟ὲἆὰὃὸ) μεταδίδεται τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ στούς μέν πιστούς εἰς σωτηρίαν, στούς δέἀπίστους εἰς κατάκριμα. ῾Ομοίως ἐν τῷ οἴνῳ μεταδίδεται τό αἷμα τοῦ Κυρίου. ῾Η παρουσία αὐτή τοῦ Κυρίου δέν εἶναι μέν μετουσίωση, εἶναι ὅμως πραγματική καίὑποστατική καίὄχι ἁπλῶς δυναμική. ῾Ως παράδειγμα διασαφητικό οἱ Λουθηρανοί φέρουν τό παράδειγμα τῆς ἕνωσης τῶν φύσεων στό Χριστό. ῞Οπως δηλαδή στό χριστολογικό μυστήριο ἡ θεία φύση ἑνώνεται μέ τήν ἀνθρώπινη χωρίς ἡ μία νά βλάψει τήν ἄλλη, ἔτσι καί στήν εὐχαριστία ἑνώνονται τά στοιχεῖα τοῦἄρτου καί τοῦ οἴνου μέ τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ. ῾Η παρουσία τοῦ Χριστοῦ στό μυστήριο εἶναι μέν πραγματική, δέν γίνεται ὅμως σωματοειδῶς, καταληπτῶς καί περιγραφικῶς, ἀλλά κατά τρόπο πνευματικό, ἀκατάληπτο καίὑπερφυσικό. ᾿Επειδή δέ δέν συμβαίνει μετουσίωση, ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στό μυστήριο διαρκεῖ μόνο κατά τήν τέλεση τῆς ὅλης διαδικασίας ἀπό τούς ἱδρυτικούς λόγους τοῦ Κυρίου μέχρι τή μετάδοση τῶν τιμίων δώρων στούς πιστούς. ῎Εξω ἀπό τή χρήση αὐτή ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ παύει νά ὑφίσταται. Φυσική συνέπεια τῆς διδασκαλίας αὐτῆς εἶναι ὅτι τάὁρατά εἴδη τοῦἄρτου καί τοῦ οἴνου τῆς εὐχαριστίας, ἐπειδή δέν μεταποιοῦνται εἰς σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ, δέν μποροῦν καί δέν πρέπει νά εἶναι ἀντικείμενο προσκυνήσεως236 καί λατρείας.

Στή διατύπωση τῆς θεωρίας του ὁδηγήθηκε ὁ Λούθηρος ἀπό τή μιά μεριά γιά ν’ ἀποφύγει τή θεωρία τῆς μετουσιώσεως τῆς Ρωμαϊκῆς ᾿Εκκλησίας, καί ἀπό τήν ἄλλη τή συμβολική περί εὐχαριστίας ἀντίληψη τῶν ἄλλων προτεσταντικῶν ῾Ομολογιῶν. ᾿Εντούτοις ἀντί νάἐπιλύσει τό πρόβλημα τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, τόἔκανε περισσότερο πολύπλοκο καί δυσνόητο. ᾿Απόβλητη κυρίως εἶναι ἡ προσπάθεια ἑρμηνείας τῆς θεωρίας μέ βάση τό χριστολογικό δόγμα. ῾Η ἕνωση τῶν φύσεων στό Χριστό εἶναι ἕνωση προσωπική (στό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου), ἐνῶ στόν ἐναρτισμό εἶναι ἕνωση μυστηριακή, ἡὁποία ὑπερβαίνει τήν νοητική τοῦἀνθρώπου κατάληψη. ᾿Από τήν ἄλλη μεριάἡἄρνηση προσκυνήσεως τῶν τιμίων δώρων ἀντιβαίνει πρός τόἔθος καί τήν πράξη τῆς ἀρχαίας ᾿Εκκλησίας.

177. Τί εἶναι ἡῒὲἂἦ῟ἂὦὰὖ; (ΘΑ ΔΙΟΡΘΩΘΕΙ ΣΥΝΤΟΜΑ)

Εἶναι θεωρία λουθηρανική συναφής πρός τόν ἐναρτισμό, διά τῆς ὁποίας ὁμοίως καταβάλλεται προσπάθεια ἑρμηνείας τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στό μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας. ῾Ο ὅρος, παραγόμενος ἀπό τή λατινική λέξη ῟ὲἂἦ῟ὸ (= παντοῦ), ἀναφέρεται στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο, ὡς πανταχοῦ παρόν, εἶναι παρόν καί στή θεία εὐχαριστία. ῾Η θεωρία εἶναι πολύ ἁπλουστευτική, ἀπόβλητη καί ἐσφαλμένη.

Τό χριστολογικό της ὑπόβαθρο εἶναι ἐντελῶς σαθρό. Βασίζεται σέ μιά πολύ κακή ἀντίληψη περί ἀντιδόσεως τῶν ἰδιωμάτων τῶν φύσεων στό Χριστό. ᾿Ενῶ κατά τήν ὀρθή ἀντίληψη οἱ φύσεις ἀντιδίδουν τάἰδιώματά τους ἡ μία στήν ἄλλη στό θεανδρικό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, μένοντας ἀσυγχύτως ἑνωμένες, κατά τή Λουθηρανικήἀντίληψη ἡἀντίδοση γίνεται ἀπ’ εὐθείας στίς φύσεις, πράγμα πούὁδηγεῖ στό μονοφυσιτισμό. ῾Η ἀνθρώπινη φύση λαμβάνει ἰδιότητες τῆς θείας φύσεως, τήν παντοδυναμία, τήν πανσοφία καί τήν πανταχοῦ παρουσία, κινδυνεύουσα νά ἐξέλθει τῶν ὁρίων τῆς πεπερασμένης της φύσεως238.

Τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἄν καί ἐθεώθη στό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, δέν ἔπαυσε ὡστόσο νά εἶναι καθ’ αὐτό σῶμα πεπερασμένο καί κτιστό. ῎Ετσι, ὁρατό καί περιγραπτό, φανερώθηκε στούς μαθητές μετά τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ἀναλήφθηκε στούς οὐρανούς καί πρόκειται νάἐπανέλθει στή γῆ γιά νά κρίνει τόν κόσμο239. ῾Ο Χριστός εἶναι ἐκεῖνος πού μέ τό σῶμα καί τή θεότητά του βρίσκεται πανταχοῦ παρών καί ὄχι μοναχή της ἡ ἀνθρώπινη φύση του.

Στά χωρία τῆς Γραφῆς στά ὁποῖα στηρίζεται ἡ ῒὲἂἦ῟ἂὦὰὖ· «ὅτι ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς»240, «ὁ καταβάς αὐτός ἐστι καί ὁ ἀναβάς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τά πάντα»241, «ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καίἐπί γῆς»242 δέν ἀναφέρονται στόν ἄνθρωπο Χριστό ξεχωριστά, πράγμα πού δέν θά εἶχε νόημα, ἀλλά στό Θεάνθρωπο Κύριο. Εἶναι γνωστό ἄλλωστε ὅτι ἡ Δ´ Οἰκουμενική Σύνοδος κατά τοῦ Εὐτυχοῦς καί ἡ Ζ´ κατά τῶν Εἰκονομάχων, ἀπορρίψασαι τά διδάγματα τῶν αἱρετικῶν ὅτι ἡ σάρξ τοῦ Κυρίου ἦταν ἄπειρη καί ἀπερίγραπτη, δίδαξαν ὀρθῶς ὅτι ἡ ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων γίνεται συγκεκριμένα (δηλ. στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ) καί ὄχι ἀφηρημένα· δηλαδή ὅτι ὁ Θεός ἔπαθε καί ὄχι ἡ θεότητα, ἤ ὅτι ὁ Θεός στήν ἀνθρώπινη φύση του εἶναι πανταχοῦ παρών καί ὄχι ἡ ἀνθρωπότητά του.

Τέλος εἶναι ἀλλόκοτη ἡ ἰδέα ὅτι τό σῶμα τοῦ Κυρίου, ὡς πανταχοῦ παρόν, εἶναι παρόν καί στή θεία εὐχαριστία. ῎Αν ἦταν ἔτσι, τό σῶμα τοῦ Κυρίου θά ἦταν παρόν καί σέ κάθε φυσική τροφή καί δέν θά ὑπῆρχε λόγος νά τό μεταλαμβάνουμε εἰδικά στή θεία εὐχαριστία. Θά τό τρώγαμε καί στά λάχανα!

178. Τί φρονοῦν περί θείας εὐχαριστίας οἱὑπόλοιποι Προτεστάντες;

Οἱ᾿Αναμορφωτές, ἀπορρίπτοντες ὅλοι τήν περί πραγματικῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ διδασκαλία τοῦ Λουθήρου, δέν ἔχουν ὡστόσο ἑνιαία μεταξύ τους περί τοῦ μυστηρίου ἀντίληψη. ῞Οπως καί εἰς ὅλα τά ἄλλα ζητήματα, ἔτσι καί ἐδῶ ἐπηρεάζονται λίγο πολύ ἀπό τίς ἰδιαίτερες θεολογικές καί ἐκκλησιολογικές προκαταλήψεις τους.

Οἱ Ζβιγγλιανοί, φρονοῦντες ὅτι τό Πνεῦμα τό῞Αγιο δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἐξωτερικά μέσα καί ἀγωγούς γιά νάἐνεργήσει στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, διδάσκουν ὅτι τά στοιχεῖα τῆς εὐχαριστίας δέν εἶναι πραγματικά τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου, ἀλλ’ εἰκονίζουν ἁπλῶς αὐτά, ὅπως μέ εἰκονική ἔννοια λέγεται περί τοῦ Χριστοῦὅτι εἶναι «ἡἄμπελος ἡἀληθινή»243 (ὁ Χριστός δέν εἶναι ἀμπέλι, ἀλλ’ εἰκονίζεται ἁπλῶς ἔτσι). Συνεπῶς ὁἄρτος καί ὁ οἶνος τῆς εὐχαριστίας δέν εἶναι ἐχέγγυα κα ίὄργανα τῆς κοινωνίας τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά εἰκόνες αἰσθητές τοῦ σταυρωθέντος καί ἀποθανόντος Χριστοῦ. Στή μετάληψη δέν γίνεται πραγματική κοινωνία τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά μόνον ὅσοι πιστεύουν κοινωνοῦν τῶν εὐεργετημάτων τοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου.

῾Ο Καλβίνος διδάσκει ἀντίθετα πράγματα ἀπό τόν Ζβίγγλιο. Κατ’ αὐτόν ἡ μετάληψη δέν εἶναι ἀναμνηστικό δεῖπνο, ἀλλά δεῖπνο στό ὁποῖο ὁ Χριστός μᾶς μεταδίδει τή σάρκα καί τό αἷμα του. Τά στοιχεῖα τῆς εὐχαριστίας δέν εἶναι μόνο εἰκόνες, ἀλλάἐχέγγυα καί σφραγίδες τῆς πραγματικῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου καί τῆς πνευματικῆς μετ’ αὐτοῦ ἑνώσεως τῶν πιστευόντων. ῾Η διδασκαλία αὐτή τοῦ Καλβίνου φαίνεται νά εἶναι ἡ ἴδια μέ τήν ἀντίστοιχη διδασκαλία τοῦ Λουθήρου· ἐντούτοις οἱ δύο διδασκαλίες διαφέρουν ὀξύτατα μεταξύ τους σέ ἕνα κύριο καί βασικό σημεῖο. ᾿Ενῶ ὁ Λούθηρος διδάσκει ἐναρτισμό (μυστηριακή ἕνωση τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ), ὁ Καλβίνος διδάσκει μυστηριακή ἕνωση μόνο μέ τίς ψυχές τῶν πιστευόντων διά τῆς δυνάμεως τοῦ῾Αγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο μεταβιβάζει σ’ ἐμᾶς τό Χριστόὄχι ἀπό τό θυσιαστήριο, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας ἀπό τόν οὐρανό. Σέὅλες τίς περιπτώσεις βασικό στοιχεῖο τῆς λειτουργίας τοῦ μυστηρίου εἶναι ἡ πίστη.

῾Η πιό πάνω εἰκονική-συμβολική περί εὐχαριστίας διδασκαλία τῶν Προτεσταντῶν ἔρχεται σέ ὀξεία ἀντίθεση μέ τόν περί εὐχαριστίας πραγματισμό τῆς ῾Αγίας Γραφῆς. Θάἀναφέρουμε μερικά μόνο παραδείγματα. Μετά τό θαῦμα τῆς διατροφῆς τῶν πεντακισχιλίων στήν ἕρημο ὁ Κύριος, ἐλέγχοντας τούς παχυλούς ᾿Ιουδαίους ὅτι ἐπιζητοῦν βρώματα ὑλικά, τούς παρότρυνε νάἐπιζητοῦν πνευματικές τροφές, ἐννοώντας στήν ἀρχή τό λόγο του καί κατόπιν τή βρώση τοῦ σώματος καί τήν πόση τοῦ αἵματός του. Τούς εἶπε δέ «ὁ ἄρτος, ὅν ἐγώ δώσω ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς, ἡ σάρξ μου ἐστίν»244· καί «ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἔχει ζωήν αἰώνιον»245. ῞Οτι πραγματικά ἐννοοῦσε τά λόγια αὐτά ὁ Κύριος δείχνει ἡ ἀντίδραση τῶν ἀκροατῶν του, οἱὁποῖοι δυσφορώντας ἔλεγαν· «Πῶς δύναται οὗτος δοῦναι ἡμῖν τήν σάρκα φαγεῖν»246; ῾Ομοίως καί οἱ μαθητές· «Σκληρός ἐστιν ὁ λόγος οὗτος· τίς δύναται αὐτοῦἀκούειν;247». Καί ὁ Παῦλος, ἀποκαλώντας τό κυριακό δεῖπνο «κοινωνίαν» τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, τό βρίσκει ἀσυμβίβαστο πρός τήν κοινωνία τῶν εἰδωλοθύτων, πού φυσικά δέν ἦταν τροφή συμβολικήἀλλά πραγματική. Μάλιστα δέ τούς τονίζει· «῞Ος ἄν ἐσθίῃ τόν ἄρτον ἤ πίνῃ τό ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως, ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου»248. Πῶς ὅμως ἐνοχοποιεῖται κάποιος ὅταν τρώγει κάτι πού δέν εἶναι πραγματικό, ἀλλά εἰκονικό; ᾿Αλλά καί κατά τούς Πατέρες ἡ Εὐχαριστία, ἡ προτυπωθείσα στήν Π. Διαθήκη ὑπό τοῦ μάννα, τοῦ Πασχάλιου ᾿Αμνου, τῆς θυσίας τῶν Μελχισεδέκ κ.ἄ., ἄν καί κατά τήν αἴσθηση καί τή γεύση φαίνεται ἁπλός ἄρτος καί οἶνος, ὅμως δέν εἶναι ἔτσι ἀλλά τό πραγματικό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ· τήν πραγματικότητα δέ αὐτή τήν χρησιμοποιοῦσαν σάν ἐπιχείρημα κατά τῶν Δοκητῶν, πού ἀρνοῦνταν τή σωματική φύση τοῦ Κυρίου.

Ποιός εἶναι ὁ θυτήριος χαρακτήρας τῆς θείας εὐχαριστίας;

῾Η θεία εὐχαριστία δέν εἶναι μόνο μυστήριο, ἡ μεταβολή δηλαδή τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου εἰς σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ, ἀλλά καί θυσία πραγματική, ἡ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ συνεχιζόμενη καίἐφαρμοζόμενη γιά τή σωτηρία τῶν πιστῶν. ῎Ηδη στήν Π. Διαθήκη ὑπάρχουν προτυπώσεις τοῦ θυτήριου χαρακτήρα τῆς θείας εὐχαριστίας, κυριότερη τῶν ὁποίων εἶναι ἡ θυσία τοῦ πασχάλιου ἀμνοῦ. ῾Ο δέ προφήτης Μαλαχίας παρουσιάζει τόν Κύριο νά μή προσδέχεται τίς θυσίες τῶν ῾Εβραίων, ἀλλά τήν μία καί καθαρή θυσία, τήν ὁποία προσφέρουν σ’ αὐτόν σέ κάθε τόπο, τάἔθνη ἀπόἀνατολῶν ἡλίου ἕως δυσμῶν249. ᾿Αλλά καί στήν Κ. Διαθήκη ὁ Κύριος στούς ἱδρυτικούς λόγους τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας καλεῖ τό ποτήριο «αἷμα τῆς καινῆς διαθήκης περί πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν»250. Τόσο στή σταυρική θυσία τοῦ Γολγοθᾶὅσο καί στή θυσία τῆς εὐχαριστίας, στήν ὁποία ἡ μεγάλη ἐκείνη θυσία περιβάλλεται συνεχή μορφή στήν ᾿Εκκλησία, ὁ Χριστός παρουσιάζεται ὡς θύτης συγχρόνως καί θύμα, ὡς μέγιστος ἀρχιερέας προσφέρων τόν ἑαυτόν του ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς.

Βεβαίως ὑπάρχει καί διαφορά μεταξύ τῶν δύο θυσιῶν. Εἶναι δέ αὐτή ὄχι στή φύση τῶν θυσιῶν πού εἶναι ἡ ἴδια καί στίς δύο, ἀλλά α) στόὅτι ἡ μέν θυσία τοῦ Γολγοθᾶ εἶναι αἱματηρήἐνῶ τῆς θείας εὐχαριστίας εἶναι ἀναίμακτη καί β) ἡ πρώτη ἔγινε μιά φορά γιά πάντα στό Γολγοθᾶ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί γιά τή ζωοποίηση τοῦ κόσμου, ἐνῶ ἡ δεύτερη ἐπαναλαμβάνεται συνεχῶς στά θυσιαστήρια τῶν ἱερῶν ναῶν γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

Μπορεῖ νά τελεῖται πολλές φορές ἡ θυσία τῆς εὐχαριστίας ἀπό τόν ἴδιο ἱερέα στήν ἴδια ἐκκλησία καί πάνω στόἴδιο θυσιαστήριο;

Φυσικά ὄχι. ῾Ως λογική λατρεία καί προσφορά πρός τό Θεό, στήν ὁποία μετέχει ὡς σύνολο τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ (κλῆρος καί λαός) μιά φορά μόνο μπορεῖ νά τελεσιουργεῖται. ᾿Αντίθετα ἡ Λατινική᾿Εκκλησία, ἀποκλίνουσα ἀπό τόἔθος καί τήν πράξη τῆς ἀρχαίας ᾿Εκκλησίας, ἐπιτρέπει τήν καθημερινή τέλεση πολλῶν θυσιῶν στόἴδιο θυσιαστήριο καί στόν ἴδιο ναό καί μάλιστα ἀπό τόν ἴδιο ἱερέα καί χωρίς τή συμμετοχή τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Εἶναι φανερό ὅτι στήν πράξη αὐτή ἀποσκοπεῖται ἡ ἔξαρση τοῦ κλήρου, ὡς μεσίτη μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων, ὑπέρ τόν λαόν, πράγμα σύμφωνο πρός τό γενικότερο κληρικοκρατικό πνεῦμα τῆς ᾿Εκκλησίας αὐτῆς.

Τί φρονοῦν περί τοῦ θυτήριου χαρακτήρα τῆς εὐχαριστίας οἱ Διαμαρτυρόμενοι;

Οἱ Διαμαρτυρόμενοι, θέλοντας νά πολεμήσουν τόν ἰδιαίτερο χαρακτήρα τοῦ ἱερατείου, πού προφανῶς συνδέεται μέ τήν ἰδέα τῆς εὐχαριστίας ὡς θυσίας, πολέμησαν σφοδρῶς τό δόγμα τόὑπό τῶν ᾿Ορθοδόξων καί τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν πρεσβευόμενο, φρονώντας ὅτι ἡ ἐκδοχή τῆς εὐχαριστίας ὡς θυσίας ζημιώνει τήν ἔννοια τῆς μεγάλης θυσίας τοῦ Γολγοθᾶ καί ἐξασθενίζει τή δύναμη καί τήν ἀξία της.

Δέν ἔχουν ὅμως δίκαιο. Οἱ λόγοι τοῦ᾿Αποστ. Παύλου· «Οὐχί οἱἐσθίοντες τάς θυσίας κοινωνοί τοῦ θυσιαστηρίου εἰσιν;»251·«οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καί τραπέζης δαιμονίων»252· «ἔχομεν θυσιαστήριον ἐξ οὗ φαγεῖν οὐκ ἔχουσιν ἐξουσίαν οἱ τῇ σκηνῇ λατρεύοντες»253, ὅπου ὁἱερός συγγραφέας ἀντιβάλλει τό θυσιαστήριο τῆς τραπέζης τοῦ Κυρίου πρός τό εἰδωλολατρικό θυσιαστήριο τῶν ἐθνικῶν, καμία ἀμφιβολία δέν ἀφήνουν ὅτι τό θυσιαστήριο τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι πραγματικό καίὅτι ἡ προσφερόμενη σ’ αὐτό θυσία εἶναι θυσία πραγματική. Τό ἴδιο πράγμα ἐξαίρουν καί οἱ μαρτυρίες τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν (᾿Ιουστίνου, Κυρίλλου ῾Ιεροσολύμων, Χρυσοστόμου κ.ἄ.), ὅπως καί οἱ ἀρχαῖες λειτουργίες, πού ἀναμβισβήτητα παριστάνουν τήν εὐχαριστία ὡς πραγματική θυσία. Εἶναι ἐνδεικτικό δέ, ὅτι καί οἱ Δοκῆτες πούἀρνοῦνταν τήν πραγματική παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν εὐχαριστία, συναπέρριπταν καί τόν χαρακτήρα τῆς εὐχαριστίας ὡς θυσίας.

῾Η θεία εὐχαριστία εἶναι ἀφ’ ἑνός ἀναπαράσταση τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Γολγοθᾶ, καθόσον διά τοῦ καθαγιασμοῦ τῶν τιμίων δώρων παριστᾶἤ συμβολίζει τήν ἐν αἵματι θυσία, τόν πραγματικό χωρισμό τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦἐπάνω στό σταυρό, ἀφ’ ἑτέρου δέ πραγματική θυσία στήν ὁποία ὁ Χριστός παρίσταται ὡς ἀρχιερέας τελῶν ἐπί τῆς γῆς ὅ,τι τελεῖ καί στόν οὐρανό.
Οὔτε εἶναι σωστήἡ αἰτίαση ὅτι, ἀποδεχόμενοι τήν εὐχαριστία ὡς θυσία, προσκρούουμε στή θυσία τοῦ Γολγοθᾶ, διά τῆς ὁποίας «ἅπαξ ἐπί συντελείᾳ τῶν αἰώνων εἰς ἀθέτησιν ἁμαρτίας διά τῆς θυσίας αὐτοῦ πεφανέρωται»254, «μιᾷ γάρ προσφορᾷ τετελείωκεν εἰς τό διηνεκές τούς ἁγιαζομένους»255. ῞Οπως προειπώθηκε, καί στίς δύο θυσίες ὁ θυόμενος εἶναι ὁ ἴδιος, στή μέν θυσία τοῦ Γολγοθᾶ προσφερθείς ὑπέρ πάντων, στή θυσία δέ τῆς εὐχαριστίας προσφερόμενος γιά τήν προσωπική οἰκείωση τῶν ἀπό τοῦ σταυροῦἀγαθῶν. ῎Οχι μόνο δέν μειώνεται ἡ μεγάλη θυσία τοῦ Γολγοθᾶ, ἀλλά τοὐναντίον διά τῆς εὐχαριστίας ἀποκαλύπτεται ὁἀνεξάντλητος πλοῦτος τῆς χάριτος στήν ὁλότητά του καί στήν πρώτη ζωηφόρο στό σταυρό παράστασή του.

Ποιές εἶναι οἱἀκολουθίες τῆς μεταβολῆς τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ;

Στή θεία εὐχαριστία ὁ Χριστός εἶναι παρών μέ τό σῶμα καί τό αἷμα του στάὁποῖα μεταβάλλονται τά φυσικά στοιχεῖα τοῦἄρτου καί τοῦ οἴνου. ῾Ο Χριστός εἶναι παρών στήν εὐχαριστία ὄχι μόνο κατά τόν καθαγιασμό τῶν τιμίων δώρων καί κατά τήν κοινωνία αὐτῶν ἀπό τούς πιστούς, ἀλλά καί μετά ταῦτα. Τό εὐχαριστιακό μυστήριο δέν εἶναι προσωρινό καί καταργούμενο. ῾Η ἀλήθεια αὐτή φαίνεται στήν πράξη τῆς ἀρχαίας ᾿Εκκλησίας κατά τήν ὁποία τά ἁγιασθέντα τίμια δῶρα φυλάσσονταν στούς ναούς καί μεταφέρονταν ἀπό τούς διακόνους στά σπίτια καί στίς φυλακές γιά νά κοινωνήσουν οἱἀσθενεῖς καί οἱ αἰχμάλωτοι256. Τόἴδιο πράγμα ἐξαίρει καί τόἔθος νά παραλαμβάνεται ἡ εὐχαριστία ἀπό πιστούς, ἀσκητές καίὁδοιπόρους γιά κατ’ ἰδίαν χρήση, ὅπως καί ἡ ἱερουργία τῆς εὐχαριστίας ἀπόἄρτο καί οἶνο πού προαγιάσθηκαν κατά τή λειτουργία τῶν προηγιασμένων. Πρός τήν ἴδια κατεύθυνση δείχνει καίἡ λατρευτική προσκύνηση τῶν τιμίων δώρων. Οἱ πιστοί κλίνουν γόνυ257 κατά τόν καθαγιασμό τῶν τιμίων δώρων καί κατά τήν εἴσοδο τῶν προηγιασμένων, θεωρώντας τόν ναό ὄχι ἁπλῶς σάν τόπο συνάξεως τῶν πιστῶν, ἀλλά σάν πραγματικό οἶκο Θεοῦ, στόν ὁποῖο ὁ Θεός παραμένει ὑπό τά εἴδη τῆς εὐχαριστίας.

Πρέπει βέβαια νά σημειωθεῖ, ὅτι τά δῶρα τῆς θείας εὐχαριστίας δέν λατρεύονται καθ’ ἑαυτάἄσχετα πρός τό εὐχαριστιακό μυστήριο, γιατίὡς τέτοια εἶναι ἁπλά φυσικά στοιχεῖα καίἡ λατρεία τους εἶναι σαφῶς εἰδωλολατρία· ἀλλά λατρεύονται γιατί εἶναι σῶμα καί αἷμα τοῦ Θεοῦ, ὅπως καί ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ δέν λατρεύεται καθ’ ἑαυτήν, ἀλλά γιατί εἶναι ἡ φύση τοῦἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

῞Οταν κοινωνοῦμε ἕνα μικρό τεμάχιο τῶν θείων ἁγιασμάτων, πόσο μέρος κοινωνοῦμε ἀπό τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ;

Τό ἐρώτημα εἶναι ἄχρηστο, γιατί δέν κοινωνοῦμε ποσοτικά ἀπό τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Στή θεία μετάληψη δεχόμαστε ὁλόκληρο τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καί ὄχι μέρος αὐτῶν πού ἀναλογεῖ στήν ποσότητα καί τήν ἔκταση τῆς μερίδας τῶν θείων ἁγιασμάτων. ῾Ο ᾿Αμνός τοῦ Θεοῦ μερίζεται ἀμερίστως, «μερίζεται καί διαμερίζεται... ὁ μελιζόμενος καί μή διαιρούμενος». ῎Αν δέ ὑπάρχει μερισμός, αὐτός δέν ἀφορᾶ στήν οὐσία τῆς μυστηριακῆς σαρκός καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά στά συμβεβηκότα, στάὁποῖα ὑποκρύπτεται τόἀπερινόητο μυστήριο. ῾Ο ἄρτος καίὁ οἶνος τεμαχίζονται, ὡς στοιχεῖα ἀνούσια καίἐξωτερικά, καίὄχι ἡ οὐσία τους ἡὁποία μεταβλήθηκε σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ. Καί δέν κοινωνοῦμε μονάχα τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, στάὁποῖα ἑστιάζεται τό ἄχραντο μυστήριο, ἀλλά καί κάτι περισσότερο, τῆς ὁλότητας τῆς ἀνθρώπινης φύσεως τοῦ Κυρίου (σῶμα - αἷμα - ψυχή), ἐπί πλέον δέ καί τῆς θεότητάς του, ἡ ὁποία εἶναι ἀδιαχώριστα ἑνωμένη μέ τήν ἀνθρωπότητα (οἱ φύσεις στό Χριστό εἶναι ἀχωρίστως ἑνωμένες) καίὅλου τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ (ἀφοῦἡ θεότητα τοῦ Κυρίου εἶναι ἀδιάσπαστα ἑνωμένη, εἶναι ὁμοούσια μέ τή θεότητα τῶν δύο ἄλλων προσώπων τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ). Μέ μία λέξη κοινωνοῦμε τοῦ ὅλου Θεοῦ. Καταλαβαίνουμε τώρα γιατί ἡ θεία εὐχαριστία εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν θεοποιητικό μυστήριο.

Τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου εἶναι παρόντα σέἕνα μόνο ποτήριο, σέἕνα ναό καί σέ μία θεία λειτουργία;

῎Οχι. Αὐτό μᾶς ἀπαγορεύει νά τό σκεφθοῦμε ἡὁλότητα τοῦ μυστηρίου τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, τά ὁποῖα εἶναι παρόντα στήν εὐχαριστία ὄχι ἐκτατῶς καί ποσοτικῶς. Τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι παρόντα ὄχι σέἕνα μόνο ἱερό ποτήριο, ἀλλά σέὅλα τά ποτήρια καί σέὅλες τίς λειτουργίες πού τελοῦνται σέ ὅλους τούς ὀρθόδοξους ναούς πού ὑπάρχουν σέ ὅλα τά μέρη τῆς γῆς. Αὐτό φυσικά συμβαίνει, ὄχι ἐπειδή τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι πανταχοῦ παρόν. ῞Οπως εἴδαμε στά προηγούμενα, ἡἰδέα αὐτή τήν ὁποία διατύπωσε ὁ Λούθηρος, εἶναι ἐντελῶς ἀσύστατη καίἀπορριπτέα, καθότι ἀποδίδει στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καθ’ ἑαυτό τήν ἰδιότητα τῆς πανταχοῦ παρουσίας, ἡὁποία ἀνήκει μόνο στό Χριστό (ὡς Θεό).

Τό μυστήριο τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στήν εὐχαριστία, ὅπως καί ἡ μεταβολή τῶν στοιχείων τοῦἄρτου καί τοῦ οἴνου σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ, καθώς καί τό μυστήριο τῆς ῾Αγίας Τριάδος καί τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως ἀποτελοῦν τά κορυφαῖα μυστήρια τῆς χριστιανικῆς πίστεως, τάὁποῖα ἀδυνατεῖ νά προσεγγίσει ἡ φυσική τοῦἀνθρώπου διάνοια. Πῶς ὁ Χριστός εἶναι «ὅλος ὅλῳ, ὅλος μέρει καίὅλος ἐκτός τοῦὅλου», δηλαδή εἶναι παρών ὅλος σέ ὅλη τήν ποσότητα τῆς θείας κοινωνίας, ὅλος σέ κάθε μέρος αὐτῆς καίὅλος ἔξω ἀπ’ αὐτήν σέ ὅλους τούς τόπους πού τελεσιουργεῖται τό μυστήριο, εἶναι κάτι πού συντρίβει τόν ἀνθρώπινο νοῦ, καί τόὁποῖο γνωρίζει μόνο ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Εἶναι δέ φανερόὅτι καμία ἀναλογία ἀπό τήν περιοχή τῆς φυσικῆς αἰσθήσεως καί τοῦ πνεύματος δέν μπορεῖ νά παραδειγματίσει τό φρικῶδες μυστήριο τῆς δυνάμεως καί τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ.

῾Υπάρχει περιορισμός στήν προσέλευση στό μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας;

῎Οχι δέν ὑπάρχει. ῾Η θεία εὐχαριστία εἶναι τό δεῖπνο τοῦ Θεοῦ. ῞Οπως δέ σ’ ἕνα κοσμικό δεῖπνο οἱ προσκαλεσμένοι θά μετάσχουν στήν παρατιθέμενη τράπεζα, ἔτσι καί στό δεῖπνο τοῦ Θεοῦ πού παρατίθεται στήν ᾿Εκκλησία ὅσοι μεταβαίνουν στή θεία λειτουργία ἐξυπακούεται ὅτι θά λάβουν μέρος στό οὐράνιο θεῖο δεῖπνο. Οἱἐκκλησιαζόμενοι πιστοί εἶναι συνδαιτυμόνες στή μυστική θεία τροφή. ῎Αλλωστε στό τραπέζι τοῦ Θεοῦὅπου παρατίθεται ὁ σταυρωμένος καίἀναστημένος Χριστός, καλοῦνται οἱ πιστοίἀπό τόν ἱερέα νά μετάσχουν· «Μετά φόβου Θεοῦ πίστεως καίἀγάπης προσέλθετε». ῾Η κλήση προσέλευσης εἶναι συλλογική καί ἀτομική. ῾Επομένως σέ κάθε θεία λειτουργία ὁ πιστός ἔχει τό δικαίωμα καί τή δυνατότητα νά κοινωνήσει. Δέν ὑπάρχουν φραγμοί ἀντικειμενικοί στή μυστηριακή προσέλευση.

Μόνο ἀπό ἄποψη ὑποκειμενική μπορεῖ νά ὑπάρξουν φραγμοί στήν ἐπιτέλεση τοῦ ὑπέρτατου χρέους. ᾿Εννοοῦμε τήν ψυχική κατάσταση τοῦ κοινωνοῦντος, ἄν δηλαδή αὐτός εἶναι ἄξιος νά φιλοξενήσει μέσα του τόν σφαγιασμένο ᾿Αμνό τοῦ Θεοῦ· ἄν εἶναι καθαρός νά δεχτεῖ τή φωτιά τοῦ Θεοῦ. Γιά νά γίνει ὅμως αὐτόἀπαιτεῖται ἡ κατάλληλη ἠθική καί πνευματική προετοιμασία, τήν ὁποία θά σταθμίσει στή συνείδησή του ὁἴδιος ὁ πιστός, σέ συνεννόηση φυσικά μέ τόν πνευματικό του πατέρα.

῞Οπως καί σέ ὅλα τά ἄλλα πνευματικά πράγματα, ἔτσι καί ἐδῶ χρειάζεται ἡ δέουσα ἐξισορρόπηση. Οὔτε ν’ ἀργεῖ κανείς πολύ νά προσέρχεται στήν μυστική τράπεζα τοῦ Θεοῦ, γιατί ὑπάρχει κίνδυνος νά καταποθεῖ ἀπό τό δαίμονα, οὔτε πάλι νά εἶναι πολύ πρόχειρος καί βιαστικός, γιατί ὑπάρχει κίνδυνος νά περιπέσει σέ μία τυπικότητα καί σ’ ἕνα ἐθισμό, πού θ’ ἀμβλύνουν στήν ψυχή του τήν αἴσθηση τῆς σημασίας καί τῆς σπουδαιότητας τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου. Πῶς νά νιώθουν ἄραγε οἱ ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶναι «ὑποχρεωμένοι» ὄχι ἁπλῶς νά κοινωνοῦν σέ κάθε θεία λειτουργία, ἀλλά νά καταλύουν στό τέλος ὁλόκληρη τήν ποσότητα τοῦ ἁγιασμένου ἄρτου καί τοῦ οἴνου; Βλέπει ὁρισμένους κανείς καί νιώθει ἄβολα, κυρίως ὅταν βιάζονται.

Ποιοί εἶναι οἱ καρποί τῆς θείας εὐχαριστίας;

῾Η θεία εὐχαριστία εἶναι τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ, τῶν ἀνθρώπων καί τῆς κτίσεως. Σ’ αὐτό παρατείνεται καίἐφαρμόζεται ἡ σωστική περί τόν ἄνθρωπο θεία οἰκονομία, ὁ σαρκωμένος Λόγος παρατείνεται στήν ἱστορία ἐφαρμόζοντας τό λυτρωτικό ἔργο Του, ἀνανεώνεται τό μυστήριο τῆς ᾿Εκκλησίας, οἱἄνθρωποι ἑνώνονται μέ τό Θεό καί μεταξύ τους καί ἡ φυσική κτίση ἁγιάζεται, προσφέροντας τά φυσικά στοιχεῖα της, τό ψωμί καί τό κρασί της, γιά νά γίνουν σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ.

Στήν εὐχαριστία ὁ ἄνθρωπος εἰσχωρεῖ βαθιά στό Θεό. «῾Ο τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα μένει ἐν ἐμοί κἀγώἐν αὐτῷ»258, λέγει ὁ Σωτήρας· ἐμφυτεύεται μυστικά στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ· «῞Εν σῶμα οἱ πολλοίἐσμεν· οἱ γάρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνός ἄρτου μετέχομεν»259. Μετέχοντας στήν εὐχαριστία ὁ πιστός γίνεται φοβερός στούς δαίμονες, οἱ ὁποῖοι τρέμουν μπροστά στή θεανθρώπινη συνδρομή (ὅπως ἔτρεμαν στή θέαση τοῦ χριστολογικοῦ θαύματος), λαμβάνουν μέσα τους τή φωτιά τοῦ Θεοῦ πού τούς δίνει δύναμη νά νικήσουν τήν ἁμαρτητική τῆς φύσεως ὁρμή καί τά πάθη τους καί νά λάβουν ἄφεση τῶν συγγνωστῶν ἁμαρτημάτων τους (ὄχι φυσικά τῶν θανασίμων, γιατί ἡ ἄφεση γι’ αὐτά δίνεται μέσα ἀπό τό μυστήριο τῆς μετάνοιας, πού εἶναι σέ σύνδεσμο μέ τό μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας).

῎Εχοντας μέσα του τό Θεό ὁ πιστός νιώθει ἄφατη γλυκύτητα καί χαρά σ’ ἕναν κόσμο πού συχνά μόνο πίκρα ξέρει νά κερνᾶ τόν ἄνθρωπο· γεύεται μέσα του «τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου»260, τήν ψυχή του ὡραΐζει ἡἐλπίδα τῆς θείας βασιλείας. ᾿Οχυρωμένος στό Θεόὁἄνθρωπος δέν φοβᾶται τίποτε, καμιά ἐχθρότητα, κανένα ἀντίξοο σύμβαμα στή ζωή. Νιώθει τήν ψυχή του σάν τόν ἀγρό στόν ὁποῖο ἦταν κρυμμένος ὁἀνεκτίμητος θησαυρός, νιώθει ὁ εὐτυχέστερος καί πλουσιότερος τῶν ἀνθρώπων πού κατέχει τό Θεό καί τά σύμπαντα. Νιώθει ὅτι ἀξίζει νά ζεῖ τή ζωή του, ὁτιδήποτε κι ἄν τοῦ συμβαίνει. Εἶναι αἰσιόδοξος, εἰρηνικός καί πράος.

Μέ τή θεία εὐχαριστία ὁ ἄνθρωπος ὑπερβαίνει τή φθορά καί τό θάνατο, γιατίὁἄρτος τῆς εὐχαριστίας εἶναι «φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτος τοῦ μή ἀποθανεῖν»261. Αὐτό φυσικά δέν ἀναφέρεται στή φυσική ἀθανασία, γιατί τῶν ἀνθρώπων, εἴτε αὐτοί κοινωνοῦν εἴτε ὄχι, οἱ μέν ψυχές δέν πεθαίνουν γιατί εἶναι φύσει ἀθάνατες, τά δέ σώματα ὅλα ἀνεξαίρετα θ’ ἀναστηθοῦν ἐκ τῶν νεκρῶν κατά τή Δευτέρα Παρουσία. ῾Η ἀθανασία πού προέρχεται ἀπό τήν κοινωνία τῶν ἀχράντων μυστηρίων εἶναι ἀθανασία ποιοτική, δηλαδήἀθανασία πνευματική στούς κόλπους τῆς θείας βασιλείας, ἀθανασία ζωῆς κοντά σ‘τον ἄφθαρτο Θεό, σέἀντίθεση μέ τόν πνευματικό θάνατο262, τή ζωή δηλαδή τήν ἀθάνατη μακριάἀπό τό Θεό, στόν τόπο τῆς βασάνου. Τήν ἀθανασία αὐτή προετοιμάζει ἡ θεία κοινωνία πού σάν ζύμη θεοποιητική μετατρέπει τήν ἀνθρώπινη φύση στή δική της ποιότητα, χαρίζοντάς της τήν ἄφθαρτη ζωή στόν ἄπειρο αἰώνα τοῦ Θεοῦ.

᾿Επιτρέπεται ἡ χρήση ἀζύμων γιά τήν τέλεση τῆς θείας εὐχαριστίας;

῎Οχι, δέν ἐπιτρέπεται. Κατά τήν ὀρθόδοξη πίστη γιά τήν τέλεση τῆς θείας εὐχαριστίας χρησιμοποιοῦνται ἔνζυμος ἄρτος (κοινό ψωμί ζυμωτό) καί οἶνος «ὕδατι κεκραμένος» (νάἔχει μέσα του ἀνακατεμένο νερό). Τή θέση αὐτή ἐκφράζει ἡ ἁγ. Γραφή καί ἡ παράδοση τῆς ᾿Εκκλησίας. Κατά τή διήγηση τοῦ Δ´ Εὐαγγελίου τό Πάσχα τότε δέν συνέπιπτε τήν Παρασκευή, 14 τοῦ μήνα Νισάν, ἄλλα τό Σάββατο, 15 τοῦἴδιου μήνα. Γιαυτό καί οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ γραμματεῖς δέν εἰσῆλθαν στό πραιτώριο τήν Παρασκευή, ἡμέρα τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, «ἵνα μή μιανθῶσιν, ἀλλ’ ἵνα φάγωσι τό Πάσχα»263. ῾Ως γνωστόν, ἡ βρώση τῶν ἀζύμων ἄρχιζε ἀπό τήν πρώτη ἡμέρα τοῦ Πάσχα, δηλαδή τό ἑσπέρας τῆς Παρασκευῆς (14 Νισάν) καί διαρκοῦσε ἑπτά ἡμέρες. ῾Ο Κύριος τό τελευταῖο Πάσχα τῆς ζωῆς του τό ἔφαγε τό βράδυ τῆς Πέμπτης (13 Νισάν), δηλαδή σέ ἐποχή πού δέν ἦταν ἐν χρήσει ἄζυμος ἄρτος. ῎Αρα ὁ Κύριος, συστήνοντας τό Πάσχα τῆς Καινῆς Διαθήκης, χρησιμοποίησε σαφῶς ἔνζυμο ἄρτο. ᾿Αλλά καί οἱ Χριστιανοί τῆς πρώτης ἀποστολικῆς ᾿Εκκλησίας, οἱ προσκαρτεροῦντες στά῾Ιεροσόλυμα «τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου»264, χρησιμοποιοῦσαν ἔνζυμο ἄρτο, ἐξαιρουμένων τῶν ᾿Ιουδαϊζόντων, πού χρησιμοποιοῦσαν ἄζυμα.

Από τήν πράξη αὐτή τῆς ἀρχαίας ᾿Εκκλησίας παρεξέκλιναν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί (ἀπό τόν 10 αἰώνα) καί οἱ Διαμαρτυρόμενοι (οἱ᾿Αγγλικανοί χρησιμοποιοῦν καί ἔνζυμο ἄρτο), χρησιμοπιοῦντες ἄζυμο ἄρτο γιά τήν τέλεση τῆς θείας εὐχαριστίας.

Εἶναι σωστή ἡ ἀπαγόρευση κοινωνίας τῶν λαϊκῶν ἐκ τοῦ θείου ποτηρίου (τοῦ οἴνου);

῎Οχι δέν εἶναι. ῾Ο Κύριος ἡμῶν κατά τή σύσταση τοῦ μυστηρίου διέταξε ρητῶς· «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες». Τό «πάντες» ἐδῶ σημαίνει ὅλους. Τίποτε περισσότερο καί τίποτε λιγότερο. ῾Η ὀρθόδοξη ῾Ομολογία γράφει σχετικῶς· «῾Η κοινωνία τοῦ μυστηρίου τούτου πρέπει νά γίνηται καί κατά τά δύο εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου τόσον ἀπό τούς πνευματικούς ὅσον καίἀπό τούς κοσμικούς»265.

᾿Από τήν πράξη αὐτή τῆς ᾿Ορθόδοξης ᾿Εκκλησίας μέ τήν ὁποία συμφωνοῦν καί οἱ Διαμαρτυρόμενοι, ἀποκλίνει ἡ Λατινική᾿Εκκλησία, ἡ ὁποία ἀπό τόν 12ο αἰώνα ἀπαγορεύει τήν κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ στούς λαϊκούς. ῾Υπ’ ἀμφότερα τά εἴδη τῆς εὐχαριστίας κοινωνοῦν μόνο οἱ λειτουργοῦντες κληρικοί. Οἱ ἐπίσκοποι, βέβαια κι ὁ Πάπας δικαιοῦνται νάἐπιτρέπουν τήν κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ στούς λαϊκούς κυρίως σέ ὅσους προσέρχονται στόν Παπισμό, τούς Μαρωνίτες καί τούς Οὐνίτες.

Γιά νά δικαιολογήσουν τήν πράξη τους αὐτή οἱ Λατίνοι προφασίζονται προφάσεις πολλές, κυριότερες τῶν ὁποίων εἶναι· ῾Η ἔλλειψη οἴνου σέ πολλά μέρη· ὁ φόβος μήπως κατά τήν κοινωνία χυθεῖ τό αἷμα τοῦ Κυρίου· ἡ ἀδυναμία πού ἔχουν πολλοί νά γεύονται τοῦ οἴνου (τῆς ὀξύτητας προφανῶς)· τό ἀδύνατο νά διατηρεῖται ὁ οἶνος ἐπί μακρό χρονικό διάστημα κ.ἄ. ῞Οτι οἱ λόγοι αὐτοί εἶναι ἀνίσχυροι νά δικαιολογήσουν μιά τέτοια σημαντική καινοτομία, εἶναι φανερό γιά ἕνα ἀπροκατάληπτο κριτή. ᾿Απομένει ὡς βασικός λόγος ἡ ἐξύψωση τοῦ κλήρου ὑπέρ τόν λαό, πράγμα πού ταιριάζει στό πνεῦμα καί τίς τάσεις τῆς ᾿Εκκλησίσς αὐτῆς.

Τί εἶναι ὁ θεολογικός ὅρος ὴ῏ὃὴ῏ἣἂὦὰὃὦἂὰ266;

῾Ο ὅρος σημαίνει συνακολουθία. Προέρχεται ἀπό τή σχολαστική θεολογία (ἀπό τό Θωμᾶ τόν ᾿Ακινάτη) καί σκοπόἔχει νά θεμελιώσει θεολογικά τήν πράξη τῆς Λατινικῆς ᾿Εκκλησίας ν’ ἀρνεῖται νά μεταδώσει τό αἷμα τοῦ Κυρίου στούς λαϊκούς.

Κατά τή θεωρία αὐτή ὅπου ὑπάρχει σῶμα, ἐκεῖ πρέπει νά ὑπάρχει καί τό αἷμα τόἐμπεριεχόμενο σ’ αὐτό. Τό ὅποιο σῶμα χωρίς τό αἷμα του εἶναι ἀδιανόητο. Συνεπῶς στόν ἄρτο τῆς θείας εὐχαριστίας εἶναι παρών ὁλόκληρος ὁ Χριστός μέ τό σῶμα καί τό αἷμα του. ῎Αρα κοινωνώντας κανείς τοῦ ἄρτου, κοινωνεῖ καί τοῦ συνημμένου αἵματος, ἄσχετα ἄν ἐσθίοντας τήν ὄστια δέν ἔχει τήν αἴσθηση ὅτι κοινωνεῖ καί τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου!

Σ’ αὐτό τό συμπέρασμα καταλήγει κανείς, ὅταν προσπαθεῖ νά συλλάβει καί νά ἐξηγήσει τίς ἀλήθειες τῆς πίστεως μέ βάση λογικά τεχνάσματα καί ἀνθρώπινα φιλοσοφικά κατασκευάσματα. ῎Ασχετα ὅμως μέ αὐτό, νά γνώριζε ἄραγε ὁ Θωμᾶς ὁ᾿Ακινάτης περισσότερα ἀπό τόν Κύριο, ὁ ὁποῖος ἱδρύοντας τό θεῖο μυστήριο, καμιά δέν ἄφησε ἀμφιβολία περί τῆς ὑπ’ ἀμφότερα τά εἴδη (τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου) κοινωνίας αὐτοῦ ὑπό τῶν πιστῶν; («Λάβετε φάγετε... πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες»)

267.Τά βαπτισμένα νήπια πρέπει νά κοινωνοῦν τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ;

Βεβαίως πρέπει, γιατί καί αὐτά εἶναι κανονικά μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας καί ἔχουν ἀνάγκη, ὅπως καί οἱ ἐνήλικες, τῆς θείας εὐχαριστίας γιά νάἔχουν μέσα τους ζωή, σύμφωνα μέ τούς λόγους τοῦ Κυρίου· «᾿Εάν μή φάγητε τήν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦἀνθρώπου, καί πίητε αὐτοῦ τό αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωήν ἐν ἑαυτοῖς»268.

Τήν πράξη αὐτή τῆς ἀρχαίας ᾿Εκκλησίας τήν ἀναγόμενη στούς ἀποστολικούς χρόνους, ὅπως καί ὁ νηπιοβαπτισμός, ἀθέτησαν ἡ Ρωμαϊκή᾿Εκκλησία καί μαζί μ’ αὐτήν καί οἱ Προτεστάντες, ἀπαγορεύοντες τή θεία μετάληψη στά βαπτισθέντα νήπια, μέ τό αἰτιολογικόὅτι αὐτά ἐπειδή δέν ἔχουν, λόγῳ τῆς ἡλικίας τους, ἀνεπτυγμένη τή συνείδησή τους δέν μποροῦν, κατά τούς λόγους τοῦ Παύλου269, νά διακρίνουν τό σῶμα τοῦ Κυρίου ἀπό τόν κοινόἄρτο. Οἱ λόγοι ὅμως αὐτοί τοῦ Παύλου, ἀναφερόμενοι προφανῶς στούς ἐνήλικες, δέν ἔχουν σχέση μέ τά ἄωρα νήπια, τά ὁποῖα ἀκριβῶς ἐπειδή στεροῦνται κρίσεως καί λόγου, δέν μποροῦν νά κοινωνήσουν ἀναξίως, πράγμα πού ἀποτελεῖ τό κέντρο τῆς σκέψεως τοῦ᾿Αποστόλου.

Δέν βλέπουμε ἄλλωστε τό λόγο γιατί ἡ ἔλλειψη κρίσεως καί λόγου νά ἐμποδίζει τά νήπια νά δέχονται τή θεία εὐχαριστία (ὅπως καί τό χρίσμα) καί νά μήν τά ἐμποδίζει νά δέχονται τή χάρη τοῦ ἱεροῦ βαπτίσματος.

Πότε γίνεται ἡ μεταβολή τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ;

Κατά τήν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία ἡ μεταβολή τῶν τιμίων δώρων γίνεται διά τῆς ἐπικλήσεως τοῦ῾Αγίου Πνεύματος· «Καί ποίησον τόν μέν ἄρτον τοῦτον τίμιον σῶμα τοῦ Χριστοῦ σου κ.λπ.», μετά τήν ἐκφώνηση τοῦ ἱερέα· «Τά σά ἐκ τῶν σῶν...». ῾Η στιγμή αὐτή εἶναι ἡ ἱερότερη τῆς θείας λειτουργίας, κατ’ αὐτή δέ γονατίζουν μέ εὐλάβεια οἱ πιστοί 270. ᾿Αντίθετα κατά τή Δυτική᾿Εκκλησία ἡ μεταβολή γίνεται κατά τήν ἐκφώνηση τῶν ἱδρυτικῶν λόγων τοῦ μυστηρίου· «Λάβετε, φάγετε κ.λπ.».

῞Οτι πρόκειται κι ἐδῶ περί καινοτομίας εἶναι φανερό. Σέ ὅλες τίς ἀρχαῖες λειτουργίες ὑπάρχει ἡ πρός μεταβολήν ἐπίκληση, πράγμα πού τονίζει τήν πράξη τῆς ἀρχαίας ᾿Εκκλησίας. Εἶναι δέ ἐνδεικτικοί καί οἱ λόγοι τοῦ Μεγάλου Βασιλείου· «Τά τῆς ἐπικλήσεως ρήματα ἐπί τῇ ἀναδείξει τοῦἄρτου τῆς εὐχαριστίας καί τοῦ ποτηρίου τῆς εὐλογίας τίς τῶν ῾Αγίων ἐγγράφως ἡμῖν καταλέλοιπε;».

Το Bάπτισμα

Τί εἶναι τό βάπτισμα;

Τό βάπτισμα εἶναι τό ἱερό μυστήριο τῆς ᾿Εκκλησίας κατά τό ὁποῖο ὁ πιστεύων στόν ᾿Ιησοῦ Χριστό ἄνθρωπος βαπτιζόμενος μέ τριπλή κατάδυση καί ἀνάδυση σέ ἁγιασμένο ὕδωρ καί στό ὄνομα τῆς ῾Αγίας Τριάδος, ἀπό τή μιά μεριά ἐλευθερώνεται ἀπό τό σῶμα τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας καί τῆς ἐνοχῆς τῆς ὀφειλόμενης σ’ αὐτή, ἀπό τήν ἄλλη δέ ἀναγεννᾶται πνευματικά σέ μία νέα ἔνθεη ὕπαρξη καί ζωή, γίνεται υἱός τοῦ Θεοῦ καί κληρονόμος τῆς ἀφθαρσίας καί τῆς ἀθανασίας. Κατά τό βάπτισμα ὁ ἄνθρωπος ἀποβάλλει τόν παλαιό᾿Αδάμ καί ντύνεται τό Χριστό, ἀποκτώντας καθαρή καί ἄσπιλη τή θεία εἰκόνα μέ τήν ὁποία πλάστηκε ἀπό τό Θεό καί τήν ὁποία ἀχρείωσε ἡ ἁμαρτία .

Παρ’ ὅλα τοῦτα καί κατά τρόπο μυστηριώδη καί ἀνεξήγητο ἡ ἁμαρτητική ἐπιθυμία καί ὁρμή ἐξακολουθοῦν νά παραμένουν καί στό βαπτισθέντα, χωρίς ὅμως νά καταλογίζονται σάν ἁμαρτία στή φύση πού ἐλευθερώθηκε ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα, ἐνῶ ἡ ἴδια ὁρμή στόν ἀβάπτιστο πού ἔχει ψυχή μολυσμένη ἀπό τήν ἀδαμική παράβαση, καταλογίζεται ὡς ἁμαρτία. ῾Η μετά τό βάπτισμα παρουσία τῆς ἁμαρτητικῆς ὁρμῆς ἀποτελεῖ προφανῶς μέσο τῆς θείας παιδαγωγίας, ἀποτελούσα κίνητρο ἀγώνων τοῦ ἀναγεννημένου κατά τῶν παθῶν καί τῆς ἁμαρτίας καί μέσο ἠθικῆς καί πνευματικῆς ἐμπεδώσεως καί τελειώσεως. ῾Η ἀδιαφορία ὅμως ἔναντι τῆς ἁμαρτητικῆς ὁρμῆς μπορεῖ νά ὁδηγήσει τό βαπτισθέντα σέ πτώσεις ἠθικές καί στήν ἀπώλεια τῆς αἰώνιας ζωῆς . Τό βάπτισμα εἶναι τό μυστήριο διά τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἐπίσημα μέλος τῆς ᾿Εκκλησίας καί ἀποκτᾶ τό δικαίωμα νά μετέχει καί τῶν ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν μυστηρίων.

Καί μιά τελευταία λέξη. ῞Οπως τ’ ἀποτελέσματα τῆς δικαιώσεως εἶναι καί ἀρνητικά καί θετικά, δηλαδή ἀπό τή μιά μεριά κάθαρση ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἀπό τήν ἄλλη πνευματική ἀναγέννηση καί ἀνακαίνιση τοῦ ἀνθρώπου, τά ἴδια ἀποτελέσματα ἔχει καί τό ἱερό βάπτισμα, ὅπως εἴδαμε πιό πάνω, τό ὁποῖο εἶναι καί τό ληπτικό ὄργανο τῆς δικαιώσεως.

῎Εχει θεία σύσταση τό βάπτισμα;

῎Εχει καί μάλιστα τέτοια πού νά μήν μπορεῖ κανείς νά τήν ἀμφισβητήσει. Διότι τό βάπτισμα τό ἵδρυσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μετά τήν ἀνάστασή του, ὅταν ἐμφανισθείς στούς μαθητές τούς ἔδωσε ἐντολή νά μεταφέρουν τήν πίστη σέ ὅλα τά ἔθνη τῆς γῆς καί νά βαπτίζουν τούς ἀνθρώπους στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ῾Αγίου Πνεύματος, τονίζοντας ὅτι αὐτός πού θά πιστέψει καί θά βαπτιστεῖ θά σωθεῖ, ἐνῶ ἐκεῖνος πού θ’ ἀπιστήσει θά κατακριθεῖ. ῾Η γνώμη ὅτι τό βάπτισμα συνεστήθη πρίν ἀπό τήν ἀνάσταση, ὅταν ὁ Σωτήρας βαπτίσθηκε στόν ᾿Ιορδάνη ἤ ὅταν ἔστειλε τούς μαθητές του νά βαπτίζουν ἤ, τέλος, κατά τό νυχτερινό ἰδιωτικό διάλογο πού εἶχε μέ τό Νικόδημο, εἶναι ἀστήρικτη καί ἀβάσιμη. ῞Ενεκα τῆς ἀναντίλεκτης σύστασής του ἀπό τόν Κύριο τό βάπτισμα ὀνομάζεται μυστήριο «κυριακόν».

Τό βάπτισμα εἶναι ἀπαραίτητο γιά τή σωτηρία;

Ναί, εἶναι. ῾Ο φυσικός ἄνθρωπος πού κουβαλάει μέσα του τή νέκρωση τῆς φθορᾶς καί τοῦ πνευματικοῦ θανάτου δέν μπορεῖ νά δεῖ τό Θεό καί νά ζήσει στήν αἰώνια θεία βασιλεία. Αὐτό φυσικά δέν σημαίνει ὅτι σέ ἔκτακτες περιπτώσεις ὁ Θεός δέν μπορεῖ νά χορηγήσει τή σωτηρία, παρακάμπτοντας τόν κανονικό ἀγωγό τοῦ ἱεροῦ βαπτίσματος. Αὐτό βέβαια ἀποτελεῖ ἰδιωτική ὑπόθεση τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ἐμεῖς δέν γνωρίζουμε καί πολύ λιγότερο δέν μποροῦμε ν’ ἀμφισβητήσουμε. Τήν ἀναγκαιότητα τοῦ βαπτίσματος ὡς μέσου σωτηρίας βλέπουμε στά λόγια τοῦ Σωτῆρος στή συνομιλία πού εἶχε μέ τό Νικόδημο· «᾿Αμήν ἀμήν λέγω σοι, ἐάν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ»213.

Στό αὐτό πνεῦμα κινοῦνται καί οἱ λόγοι ᾿Ιωάννη τοῦ Βαπτιστῆ, ὁ ὁποῖος διαστέλλοντας τό δικό του βάπτισμα στόν ᾿Ιορδάνη «ἐν ὕδατι εἰς μετάνοιαν» ἀπό τό λυτρωτικό βάπτισμα τοῦ Κυρίου, τόνισε ὅτι «αὐτός -δηλ. ὁ Κύριος- ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καί πυρί»214. Τήν ἴδια ἔννοια ἔχουν καί οἱ χαρακτηρισμοί τοῦ βαπτίσματος ὡς «λουτροῦ παλιγγενεσίας καί ἀνακαινίσεως Πνεύματος ῾Αγίου»215, ὡς λουτροῦ δηλ. μέ τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος γίνεται πάλι ὅπως ἦταν πρίν ἀπό τήν πτώση του καί ἀνακαινίζεται ἀπό τήν παλαιότητα τῆς ἁμαρτίας στήν ὁποία ὑποδουλώθηκε διά τῆς παρακοῆς τοῦ᾿Αδάμ· ὡς φωτισμοῦἤ φωτίσματος216, μέ τήν ἔννοια ὅτι ὁ βαπτιζόμενος γεμίζει ἀπό τό φῶς τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἔτσι πού νά μπορεῖ νά ζεῖὡς «τέκνον φωτός»217. Στό πνεῦμα αὐτό οἱ κατηχούμενοι καλοῦνταν στήν ἀρχαία ᾿Εκκλησία «φωτιζόμενοι», οἱ νεοβαπτισθέντες «νεοφώτιστοι» καί τό βάπτισμα «ἔνδυμα φωτεινόν».

Ποιά ἔννοια ἔχει ὁ νηπιοβαπτισμός;

Τά νήπια βαπτίζονται γιά νά καθαρθοῦν ἀπό τό μολυσμό τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί νά εἶναι εὔθετα στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Διότι ἡ παρουσία τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος στά νήπια, ἔστω κι ἄν αὐτά δέν ἔχουν προσωπικές ἁμαρτίες, τά ἐμποδίζει νά γίνουν μέτοχα τῆς αἰώνιας ζωῆς. Γιά ν’ ἀποφευχθεῖ δέ τό θλιβερό ἐνδεχόμενο νά πεθάνουν ἀβάπτιστα, εἰσήχθη πολύ νωρίς στήν ἀρχαία ᾿Εκκλησία ὁ νηπιοβαπτισμός, πού στήν ἐποχή τῶν αἱρέσεων ἦταν ἰσχυρό ὅπλο κατά τοῦ Πελαγιανισμοῦ, πού δίδασκε ὅτι διά τῆς παραβάσεως τοῦ προπάτορα ἡ φύση δέν ἔπαθε καμιά οὐσιαστική ζημία ἀπό τήν ἁμαρτία. Στήν ἁγ. Γραφή δέν ὑπάρχει βέβαια ἄμεση μαρτυρία περί τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ· ὑπάρχουν ὅμως ἔμμεσες μαρτυρίες καί ἐνδείξεις σέ ὅσα λέγονται περί βαπτίσματος ὁλόκληρων οἴκων, στούς ὁποίους εἶναι λογικό νά ὑποτεθεῖ ὅτι ὑπῆρχαν καί μικρά παιδιά.

῾Υπάρχει βέβαια ἡ αἰτίαση κατά τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ, ὅτι στά νήπια ἐλλείπει ἡ πίστη πού εἶναι ὁ ἀπαραίτητος ὅρος λήψεως τοῦ βαπτίσματος, σύμφωνα μέ ὅσα εἶπε ὁ Κύριος· «῾Ο πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται». Αὐτό εἶναι ἀλήθεια. Δέν ὑπάρχει δέ καμία ἀμφιβολία ὅτι τό τέλειο βάπτισμα εἶναι ἐκεῖνο στό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος προσέρχεται μέ πίστη στό Σωτήρα καί μέ συναίσθηση τῆς σημασίας τῆς μυστηριακῆς τελετῆς, δηλαδή τό βάπτισμα τῶν ἐνηλίκων. ᾿Εντούτοις ἡ ἔλλειψη τῆς πίστεως δέν παρακωλύει τή λυτρωτική ἐνέργεια τῆς χάριτος στά τρυφερά νήπια, στά ὁποῖα δέν ὑπάρχει καί τό στοιχεῖο τῆς προσωπικῆς ἁμαρτίας πού ἀποτελεῖ τό κύριο ἐμπόδιο ἐπενέργειας τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.

῾Υπάρχουν καί ἄλλα Βαπτίσματα ἐκτός ἀπό τό ἐν ὕδατι;

Ναί, εἶναι τό βάπτισμα τοῦ μαρτυρίου, τό ὁποῖο μπορεῖ ν’ ἀναπληρώσει τό κανονικό ἐν ὕδατι βάπτισμα. Στήν ᾿Εκκλησία μας ὑπάρχει ἡ πεποίθηση ὅτι οἱ ἀληθεῖς μάρτυρες τῆς πίστεως, ὅσοι δηλαδή ἑκουσίως καί ἀπό ἀγάπη ὑφίστανται τό θάνατο ὑπέρ τῆς χριστιανικῆς τους πίστεως, εἶναι δυνατό, εἴτε βαπτισμένοι εἴτε ὄχι, νά δικαιωθοῦν καί νά κερδίσουν τήν αἰώνια ζωή. Μαρτυρίες ἀπό τή Γραφή προσάγονται συνήθως οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου· «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». Καί· «῞Ος γάρ ἄν θέλῃ τήν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει· ὅς δ’ ἄν ἀπολέσῃ τήν ψυχήν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, εὑρήσει αὐτήν». Κατά τόν Κυπριανό τό βάπτισμα τοῦ μαρτυρίου εἶναι τό μέγιστο καί ἐνδοξότατο τῶν βαπτισμάτων. Τήν πεποίθηση τῆς ᾿Εκκλησίας στό βάπτισμα τοῦ μαρτυρίου τρανότατα βεβαιώνει ἡ ἑορτή τῶν νηπίων τῶν σφαγιασθέντων ἀπό τήν ῾Ηρώδη (29 Δεκεμβρίου).

Τί εἶναι τό βάπτισμα τῆς ἐπιθυμίας;

Τό βάπτισμα τῆς ἐπιθυμίας (εἶναι δόγμα τῆς Ρωμαϊκῆς ᾿Εκκλησίας, ἄγνωστο στήν ὀρθόδοξη θεολογία. Κατά τήν ἐν Τριδέντῳ σύνοδο τό προπατορικό ἁμάρτημα δέν ἀπαλείφεται ἄνευ τοῦ λουτροῦ τῆς ἀναγεννήσεως ἤ τοῦ πόθου γι’ αὐτό. Κατά τή θεωρία αὐτή, ὅσοι ἐπιθυμοῦν διακαῶς νά βαπτισθοῦν, διά πολλούς ὅμως λόγους δέν μποροῦν νά πραγματοποιήσουν τήν ἐπιθυμία τους αὐτή, μπορεῖ νά τύχουν τῆς δικαιώσεως δυνάμει τῆς μετάνοιας καί τῆς ἀγάπης, τίς ὁποῖες προϋποθέτει ὁ πόθος πρός τό Χριστό καί τήν ᾿Εκκλησία. ᾿Από τή Γραφή προσάγονται ὡς μαρτυρίες τά χωρία· Λουκ. 7,47· «Οὗ χάριν λέγω σοι, ἀφέωνται αἱἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ»· καί᾿Ιωάν. 14,21· «῾Ο δέ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπό τοῦ Πατρός μου, καί ἐγώ ἀγαπήσω αὐτόν καί ἐμφανίσω αὐτῶ ἐμαυτόν». ῞Οτι ὅμως τά χωρία αὐτά, ὁμιλοῦντα γενικῶς περί ἀγάπης δέν μποροῦν νά στηρίξουν τό δόγμα περί τοῦ βαπτίσματος τῆς ἐπιθυμίας εἶναι φανερό, τόσο περισσότερο ὅσο σιγοῦν σχετικῶς οἱ πηγές τῆς ᾿Αποκαλύψεως. ῾Ο ἱερός μάλιστα Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός ἐκφράζεται κατ’ αὐτοῦ.

Ποιά εἶναι ἡ τύχη τῶν νηπίων πού πεθαίνουν ἀβάπτιστα;

Τό ἐρώτημα αὐτό εἶναι πολύ δύσκολο καί δέν μποροῦμε νά ἀπαντήσουμε σ’ αὐτό ἀπό τήν ὀπτική γωνία τῆς γῆς. Μόνο στήν ἄλλη ζωή θά τό ἐννοήσουμε, ὅπως γενικότερα θά ἐννοήσουμε καί τήν τύχη τοῦ ἀνθρώπου ἀμέσως μετά τό θάνατο. Τό ζήτημα τῆς τύχης τῶν νηπίων πού πεθαίνουν ἀβάπτιστα ἀνάγεται τελικά, στήν εὐσπλαχνία καί τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος οἰκονομεῖ τή ζωή καί τό θάνατο ὅλων τῶν λογικῶν πλασμάτων του.

Τό ἐρώτημα πού θέσαμε εἶναι δύσκολο γιατί προσδιορίζεται ἀπό δύο βασικές προτάσεις ἀσυμβίβαστες μεταξύ τους· πρῶτον, τά νήπια πού πεθαίνουν ἀβάπτιστα ἐπειδή φέρουν τό προπατορικό ἁμάρτημα δέν μποροῦν νά εἰσέλθουν στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί δεύτερον, τά αὐτά νήπια ἐπειδή δέν ἔχουν προσωπικές ἁμαρτίες δέν μποροῦν νά ἐξακοντισθοῦν στήν αἰώνια κόλαση. ῾Ο ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός γράφει· «Τούς δέ (τά νήπια πού πέθαναν ἀβάπτιστα) μήτε δοξασθήσεσθαι μήτε κολασθήσεσθαι παρά τοῦ δικαίου κριτοῦ ὡς ἀσφραγίστους μέν ἀπονήρους δέ, ἀλλά παθόντας μᾶλλον ἤ δράσαντας». Νά ὑποθέσουμε ὅτι τά ἀβάπτιστα νήπια βρίσκονται ἐνδιάμεσα μεταξύ παραδείσου καί κολάσεως (ὑπάρχει μιά τέτοια ἐνδιάμεση κατάσταση;) ἤ ὅτι ὑφίστανται ἐλαφρότατες βασάνους;

᾿Εν πάσῃ ὅμως περιπτώσει θεωρίες πού διατυπώνονται ἀπό ρωμαιοκαθολικούς θεολόγους πρός ἐξοικονόμηση τῆς δυσχέρειας, ὅτι οἱ προσευχές τῶν γονέων μποροῦν νά σώσουν τά ἀβάπτιστα νήπια ἤ ὅτι αὐτά, ἀποκτῶντα συνείδηση, μποροῦν νά σωθοῦν διά τοῦ βαπτίσματος τοῦ πόθου πρός τό βάπτισμα, εἶναι θεωρίες ἀλλόκοτες καί ἀστήρικτες πού ἔρχονται σέ ἀντίθεση πρός τήν περί βαπτίσματος διδασκαλία τῆς πίστεως.

Τί φρονοῦν περί τῆς οὐσίας τοῦ βαπτίσματος οἱ Διαμαρτυρόμενοι;

Τά περί τῆς οὐσίας τοῦ βαπτίσματος διδάγματα τῶν Διαμαρτυρομένων εἶναι ἀνάλογα πρός τίς περί προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί δικαιώσεως ἰδιαίτερες ἀντιλήψεις τους. ᾿Ενῶ γιά μᾶς τό βάπτισμα καταργεῖ τήν ἁμαρτία ἀπό τήν ψυχή τοῦ βαπτιζομένου ἀναγεννώντας καί ἀναπλάσσοντας αὐτόν (τό ἴδιο παρατηρεῖται καί στή δικαίωση), κατά τούς Προτεστάντες, τό μυστήριο δέν ἐξαλείφει τήν οὐσία τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἀλλ’ ἁπλῶς αἴρει τήν ἐνοχή τήν ὀφειλόμενη τόσο σ’ αὐτόὅσο καί στίς προσωπικές ἁμαρτίες τῶν βαπτιζομένων, χωρίς ὡστόσο νά καθιστᾶ ἅγιο καί δίκαιο τόν ἄνθρωπο, ἐνισχύοντας ἁπλῶς τήν πίστη του κι ἐξασθενώντας τήν ὑφιστάμενη ἁμαρτία. ῾Η ἁμαρτία στόν ἄνθρωπο συγχωρεῖται ὄχι γιά νά μήν ὑπάρχει, ἀλλά γιά νά μήν καταλογίζεται.

Οἱ ἀντιλήψεις αὐτές δέν εἶναι σωστές. ῎Οχι μόνο διαστρεβλώνουν τήν ἀληθινή n ἔννοια τῆς δικαιώσεως (ἄρση τῆς ἁμαρτίας καίἀναγέννηση), ἀλλ’ ἔρχονται σέἀντίθεση πρός τή διδασκαλία τῆς Γραφῆς κατά τήν ὁποία τό βάπτισμα εἶναι «λουτρόν παλιγγενεσίας». ῾Ο ὅρος αὐτός ἐκφράζει θαυμάσια τήν οὐσία τοῦ βαπτίσματος. Τό βάπτισμα κάνει τόν ἄνθρωπο νέα γένεση, τοῦ χαρίζει καινούργια πνευματική ὕπαρξη, ἀπό τήν ὁποία ἔχει ἀφαιρεθεῖ τό στοιχεῖο τῆς ἁμαρτίας, τό δηλητήριο τῆς φθορᾶς καί τοῦ πνευματικοῦ θανάτου. Τό βάπτισμα κατά τούς Διαμαρτυρομένους δέν ἐπαναλαμβάνεται. Σ’ αὐτό συμφωνοῦν μέ τούς ᾿Ορθοδόξους καί τούς Ρωμαιοκαθολικούς. ῞Ομως ἡ μήἐπανάληψη αὐτή δέν ὀφείλεται στή μοναδικότητα τῆς πνευματικῆς γεννήσεως πού μόνο μιά φορά γίνεται (ὅπως καίἡ φυσική γέννηση) οὔτε στόὅτι τό μυστήριο φέρει χαρακτήρα ἀνεξάλειπτο (Δυτικοί), ἀλλά στήν εἰδική συνθήκη πού δημιουργεῖται στό βάπτισμα μεταξύ Θεοῦ καίἀνθρώπου, ἡὁποία ἀπό μέρους τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμετακίνητη καί ἀνεπανάλειπτη.

῞Οσοι ἐκ τῶν Διαμαρτυρομένων δέχονται τό μυστηριακό χαρακτήρα τοῦ βαπτίσματος ἀποδέχονται καί τόν νηπιοβαπτισμό (Λουθηρανοί). Αὐτόὅμως δέν γίνεται χωρίς ἀντίφαση πρός τή θεμελιώδη προτεσταντική ἀρχή περί πίστεως, ὡς τῆς μόνης δυνάμεως πού προσδιορίζει τήν ἐνέργεια τοῦ μυστηρίου. Πῶς μπορεῖ νά ἐνεργήσει τό βάπτισμα στά νήπια, τάὁποῖα στεροῦνται λόγου καί πίστεως; Πρός ἐξοικονόμηση τοῦ πράγματος διατυπώθηκαν ἀλλόκοτες θεωρίες· ὅτι τά νήπια πού εἶναι εὐάρεστα στό Θεό καί προστατεύονται ἀπό τούς ἀγγέλους, πιστεύουν κι αὐτά χωρίς νά κατανοοῦν τό Θεό, ὅπως ὁ Δαβίδ στήν κοιλιά τῆς μητέρας του ἐξεδήλωνε τήν ἀφοσίωσή του στό Θεό καίὁ Βαπτιστής ᾿Ιωάννης σκιρτοῦσε ὁμοίως στήν κοιλιά τῆς ᾿Ελισάβετ, ὅταν αὐτή ἄκουε τό χαιρετισμό τῆς Παρθένου Μαρίας. ῎Αλλωστε ἡ πίστη δέν ἔχει ἀνάγκη τοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος καμιά φορά τήν ἐμποδίζει, ἀλλ’ εἶναι προϊόν τοῦ παναγίου Πνεύματος.

Τέλος ὅσοι ἐκ τῶν Διαμαρτυρομένων (Καυάκεροι, Σωκινιανοί, ᾿Αρμινιανοί, Μεννωνίτες, ᾿Αναβαπτιστές) ἀπορρίπτουν τόν μυστηριακό χαρακτήρα τοῦ βαπτίσματος, φρονοῦντες ὅτι εἶναι ἁπλή τελετή ἱδρυθείσα ὄχι ἀπό τόν Κύριο ἀλλάἀπό τούς ᾿Αποστόλους γιά τούς ἐξ ᾿Ιουδαίων καί ἐθνικῶν ἐπιστρέφοντας τῶν ὁποίων ἐδήλωνε δημόσια τήν εἴσοδο στήν ᾿Εκκλησία, ἤ εἶναι ἁπλή εἰκόνα τῆς ἐσωτερικῆς καθάρσεως τοῦ ἀνθρώπου καί φραγίδα τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν στούς πιστεύοντες καί μετανοοῦντες, συναπορρίπτουν ὅλοι τόν νηπιοβαπτισμό, τοῦὁποίου δέν κατανοοῦν τή φύση καί τούς σκοπούς.

Εἶναι σωστό τό δι’ ἐπιχύσεως βάπτισμα τῶν Παπικῶν;

῎Οχι, δέν εἶναι. Διότι, κατά τήν ὀρθόδοξη πίστη, τό βάπτισμα γιά νά εἶναι ἔγκυρο καί κανονικό, πρέπει νά γίνεται στό ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος καί διά τριπλῆς καταδύσεως σέὕδωρ «εἰλικρινές», δηλαδή ἀμιγές καί καθαρό. ῎Αν λείπει ἕνας ἀπό τούς ὅρους αὐτούς τό μυστήριο εἶναι ἄκυρο. ῾Ως πρός τόν δεύτερο ὅμως ὅρο, δηλαδή τήν τριπλή κατάδυση, δέν ὑπάρχει ὁμοφωνία μεταξύ τῶν διαφόρων χριστιανικῶν ᾿Εκκλησιῶν.

Τό ρῆμα βαπτίζω σημαίνει βυθίζω. ᾿Από ἀρχαιοτάτων δέ χρόνων στήν ᾿Εκκλησία τό βάπτισμα ἐτελεῖτο διά τριπλῆς καταδύσεως σέὕδωρ. Τήν πράξη αὐτή τῆς ᾿Εκκλησίας μαρτυροῦν τά σωζόμενα βαπτιστήρια, εἰδικά κτίσματα κείμενα παραπλεύρως τοῦ ναοῦ, στά ὁποῖα βαπτίζονταν οἱ κατηχούμενοι. ῾Ομοίως μαρτυρεῖ ἡ πράξη τῶν ἀποσχισθεισῶν ᾿Εκκλησιῶν τῶν ᾿Αρμενίων, Κοπτῶν καί᾿Αβυσσηνίων, πού τελοῦν τό βάπτισμα διά καταδύσεως. Εἶναι ἐνδεικτικό ὅτι οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας στάἔργα τους δέν μνημονεύουν ἄλλον τρόπο βαπτίσεως. Φυσικά στήν ἀρχαία ᾿Εκκλησία ὑπῆρχε τό ἔκτακτο καί κατ’ οἰκονομία βάπτισμα τῶν κλινικῶν, δηλαδή τῶν ἀσθενῶν πού, καθηλωμένοι στό κρεβάτι, δέν μποροῦσαν νά μετακινηθοῦν, τόὁποῖο γινόταν δι’ ἐπιχύσεως καί ραντισμοῦ.

Στό ἔκτακτο αὐτό βάπτισμα στηριζόμενοι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί προφασιζόμενοι λόγους ἀστηρίκτους, τήν τρυφερή ἡλικία τῶν νηπίων, τάὁποῖα ἄν εἶναι ἀσθενικά κινδυνεύουν κατά τήν κατάδυση, τό γῆρας τῶν λειτουργῶν μέ τίς ἀρνητικές ἐπιπτώσεις του, τόἄτοπο τῆς γυμνώσεως προσώπων τοῦἑτέρου φύλου καί γενικά τίς δυσκολίες ἀπό τό ψυχρό κλίμα τῶν βορείων χωρῶν, ἤδη ἀπό τόν 14ο αἰώνα τόἐκτάκτως γινόμενο βάπτισμα δι’ ἐπιχύσεως εἰσήγαγαν ὡς κανονικό τῆς ᾿Εκκλησίας θεσμό. ῞Οτι ὅμως πρόκειται περίἐπιζήμιας καινοτομίας στή σειρά πολλῶν ἄλλων καινοτομιῶν τῆς ᾿Εκκλησίας αὐτῆς, μετά τάὅσα εἴπαμε δέν εἶναι δύσκολο νά κατανοηθεῖ.

Μπορεῖ ἄλλο πρόσωπο ἐκτός ἀπό τόν ἱερέα νά τελέσει τό βάπτισμα;

Ναί μπορεῖ, σέ ἔκτακτες ὅμως περιπτώσεις. Τό βάπτισμα αὐτό εἶναι ὁμοίως βάπτισμα ἀνάγκης. Γίνεται δέ συνήθως ἐνόψη ἐπικείμενου θανάτου. ῞Οταν, λόγου χάρη, ἕνα ἀβάπτιστο παιδίἀσθενήσει ξαφνικά καί κινδυνεύει νά πεθάνει, τότε μπορεῖ νά τό βαπτίσει καί λαϊκός, ἄνδρας ἤ γυναίκα, κατά κανόνα ὅμως ὀρθόδοξος. Τό βάπτισμα μπορεῖ νά τό κάνει σέ νερόἁπλό καί φυσικό, κάνοντας τίς τρεῖς καταδύσεις καί λέγοντας τά καθιερωμένα λόγια· «Βαπτίζεται ὁ δοῦλος (ἤἡ δούλη) τοῦ Θεοῦ τάδε... εἰς τόὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ῾Αγίου Πνεύματος, ἀμήν». ᾿Ελλείψει ὕδατος τό βάπτισμα μπορεῖ νά γίνει καί στόν ἀέρα (ἀεροβάπτισμα). Καί στίς δύο περιπτώσεις (κυρίως ὅμως στήν πρώτη) τό βάπτισμα εἶναι ἔγκυρο καί δέν μπορεῖ νά ἐπαναληφθεῖ, ὅταν παρέλθει ὁ κίνδυνος θανάτου.

Τό ἔκτακτο αὐτό βάπτισμα τελεῖ καί ἡ Ρωμαϊκή᾿Εκκλησία, διευρύνουσα ὅμως τόν κύκλο τῶν προσώπων πού μποροῦν νά τό ἐπιτελέσουν. Σέ ἀντίθεση μέ τή δική μας ᾿Εκκλησία πούἐπιτρέπει τήν τέλεσή του μόνο σέὀρθόδοξους λαϊκούς, ἡ Ρωμαιοκαθολική᾿Εκκλησία τό ἐπιτρέπει καί σέ μή χριστιανούς, σέ᾿Ιουδαίους καί σέἐθνικούς. ῞Οτι ὅμως μιά τέτοια θεωρία, διαταράσσουσα τή «λογική» καί τόν φυσικό κύκλο τῶν μυστηρίων, εἶναι ἄκρως μηχανική, εἶναι προφανές καί αὐτονόητο.

Καί οἱ Διαμαρτυρόμενοι, τέλος, δέχονται τήν τέλεση τοῦ βαπτίσματος ἀπό πρόσωπα λαϊκά, ἐκτός ἀπό τούς Καλβινιστές, οἱ ὁποῖοι, ἀποδεχόμενοι ὅτι ὁ Θεός σώζει καί χωρίς τό βάπτισμα τούς προορισμένους στήν αἰώνια ζωή, δέν δίνουν καμιά σημασία στό ἔκτακτο βάπτισμα τῆς ἀνάγκης.

Ποιά εἶναι ἡ θέση τοῦ προσώπου τοῦ λειτουργοῦ στήν τέλεση τῶν ἐκκλησιαστικῶν μυστηρίων;

῞Οπως εἰπώθηκε στά προηγούμενα, ὁ τελετουργός τῶν μυστηρίων εἶναι κατ’ οὐσίαν ὁἱδρυτής αὐτῶν, ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός. ῾Ο ἱερέας εἶναι ἁπλό ὄργανο διά τοῦ ὁποίου ἐπιτελοῦνται τά μυστήρια.

Στό πνεῦμα αὐτό ὁ ὀρθόδοξος ἱερέας κρύβει ἐπιμελῶς τό πρόσωπό του κατά τήν τέλεση τῶν μυστηρίων, ἀπαγγέλλοντας τίς ἱερουργίες σέ τύπο παθητικό (σέ τρίτο ἑνικό πρόσωπο) ὅπως· Βαπτίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ καί χρίεται, ἀρραβωνίζεται, στέφεται, μεταλαμβάνει, προχειρίζεται κ.τ.λ.

᾿Αντίθετα στή Ρωμαϊκή᾿Εκκλησία ὁ λειτουργός φέρεται νά τελεῖὁἴδιος τά μυστήρια, ἀπαγγέλλοντας τίς ἱερουργίες σέ πρῶτο ἑνικό πρόσωπο, ὅπως· ἐγώ σέ βαπτίζω, σέ χρίω κ.ο.κ. Τό ὕφος αὐτό εἶναι ἐκφραστικό τοῦ ὀξέος χωρισμοῦ τοῦ κλήρου ἀπό τόν λαό, πού παρατηρεῖται στή Λατινική᾿Εκκλησία.

Τα Μυστήρια της Εκκλησίας μας

Συχνό – λυπηρό φαινόμενο των ημερών μας είναι ότι εμείς μας οι άνθρωποι δε δείχνουμε την πρέπουσα συμπεριφορά μας παραβρισκόμενοι στην τέλεση ενός Μυστηρίου. Στη Θεία Ευχαριστία μιλάμε, γελάμε, κατακρίνουμε τους άλλους, θυμόμαστε να συζητήσουμε όλα τα θέματα της γειτονιάς και γενικώς κάνουμε ότι μπορούμε για να μη συγκεντρωθούμε. Στους γάμους ομοίως βρίσκουμε ευκαιρία για κουβεντούλα, αστεία και κουτομπολιό και η μόνη στιγμή που συγκεντρωνόμαστε είναι όταν στοχεύουμε το ζευγάρι με τον κουμπάρο για να πετάξουμε το ρύζι. Κανείς δεν προσεύχεται για το ζευγάρι. Όλοι σκέπτονται το τραπέζι που θα ακολουθήσει, αν ακολουθήσει. Στις Βαπτίσεις αντιστοίχως κοιτάμε το μωρό, αν θα κλάψει και όχι το τι πραγματικά τελείται με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και κανείς δεν προσέχει το Χρίσμα το οποίο επιτελείται μαζί με τη Βάπτιση. Η εξομολόγηση δε μας αγγίζει είτε γιατί εμείς είμαστε αναμάρτητοι είτε επειδή εξομολογούμαστε απευθείας στο Θεό. Ενώ συνηθίζουμε να κοροϊδεύουμε και αυτούς που εξομολογούνται στον πνευματικό. Ενώ ακόμη και το Ευχελαίο είναι παρεξηγημένο και υποβαθμισμένο. Όσο δε για την Ιεροσύνη, οι ιερείς είναι οι πρώτοι που θα κατακρίνουμε φταίνε δε φταίνε.

Σε αυτή λοιπόν την ενότητα που είναι αφιερωμένη στα 7 Μυστήρια της Εκκλησίας μας, μας δίνεται μια καλή ευκαιρία να διαβάσουμε κείμενα σχετικά με το κάθε Μυστήριο ώστε να εντρυφήσουμε περισσότερο σε αυτά κατανοώντας τόσο το νόημά τους όσο και τη Θεία τους προέλευση.



Διαβάστε:

*

Το Βάπτισμα
*

Η Θεία Ευχαριστία
*

Το Ευχέλαιο
*

Η Εξομολόγηση
*

Ο γάμος
*

Η Ιεροσύνη
*

Το Χρίσμα