Τί σημαίνει η φράση "Πίστευε καί μή ἐρεύνα"; Ανήκει στην Αγία Γραφή;

Τό "πίστευε καί μή ἐρεύνα"ἀποτελεῖ μιά πρόταση-σλόγκαν πού κυκλοφορεῖ καί στίς μέρες μας μέ ἐντελῶς λανθασμένη ἀναφορά. Δηλαδή σήμερα ἡ πρόταση ἀναφέρεται σἐ μία παθητική πίστη στόν Χριστό, στήν Παναγία, στούς Ἁγίους, στήν Ἁγία Γραφή, στά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας πού δέν χρειάζεται νά ψάχνουμε τήν ἀλήθειςα , τό κῦρος., τήν Θεοπνευστία ,τή γνησιότητα τῶν ὅσων πιστεύουμε.

Ἡ προέλευση ὅμως τῆς ἀνωτέρῳ προτάσεως ἔχει ὡς ἑξῆς :

Κατά τὀν β`αἰ. μ. Χ. ἤκμαζαν δύο μεγάλες Θεολογικές Σχολές, ἡ Ἀντιοχειανή καί ἡ Ἀλεξανδρινή. Ἡ πρώτη ἀκολουθοῦσε τήν ἱστορική καί γραμματική ἐξήγηση τῆς Ἁγ. Γραφῆς , καθώς καί τήν κριτική ἔρευνα αὐτῆς. Ἡ δεύτερη ἀκολουθοῦσε τήν ἀλληγορική ἑρμηνεία· δανειζόταν στοιχεῖα Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καί ἀντέτασσε τήν διά τῆς πίστεως χριστιανική γνώση.

Πρός δήλωση αὐτῆς τῆς διαφορετικῆς ὀπτικῆς γωνίας καί διαμάχης προέκυψε ἀπό τούς μαθητές τῆς Ἀλεξανδρινῆς Σχολῆς ἡ ἐν λόγῳ πρὀταση.

Ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας μας ἐπί τῆς στάσεώς μας στά θέματα τῆς πίστεως βασίζεται στό κατά Ἰω. ε`, 39 "ἐρευνᾶτε τάς γραφάς ...καί ἐκεῖναί εἰσιν αἱ μαρτυροῦσαι περί ἐμοῦ" καί στό κατά Ἰω. ζ,52 "ἐρεύνησον καί ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται".

Τήν ἔρευνα ὅμως δέν τήν κάνουμε μόνοι μας. Πάντα ἔχουμε ὡς βάση τούς Ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας πού μέ τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἑρμηνεύουν τήν Ἁγ. Γραφή.

Περί των επτά προσευχών του ημερονυκτίου

'Έκαστος χριστιανός, είτε κληρικός, είτε λαϊκός, οφείλει να προσεύχεται πάντοτε κατά το υπό του Κυρίου λεγόμενον, «γρηγορείτε και προσεύχεσθε...» (Μάρκ. ιδ' 38), και όπως ο Απόστολος Παύλος λέγει: «αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντι ευχαριστείτε» (Α' Θεσσαλ. ε' 17, 18). Τούτο δε επιτυγχάνεται διά της καθορισθείσης υπό της Εκκλησίας ημερονυκτίου προσευχής ως ακολούθως.


Η εκκλησιαστική ημέρα της προσευχής αρχίζει από του Εσπερινού της μιας ημέρας και λήγει την επομένην με την Απόλυση της Θ' 'Ωρας της ημέρας ταύτης, ή οποία κατά το τυπικόν της Μεγάλης Εκκλησίας είναι το τέρμα, ήτοι η σφραγις της ήδη εκκλησιαστικώς ληγούσης ημέρας, ήτις ήρξατο από του χθεσινού Εσπερινού.

Ώστε εκκλησιαστική ημέρα θεωρείται το χρονικό διάστημα από του Εσπερινού της μιας ημέρας μέχρι της Απολύσεως της Θ' Ώρας της επομένης και ούτω καθεξής.
Αί ώραι της ακολουθίας της ημέρας, κατ' αλληλοδιάδοχον μορφή ανακυκλούμεναι εν πάσαις ταις ημέραις του ενιαυτού, προσδιορίζονται τυπικώς και εκκλησιαστικώς ως ώραι προσευχής και αναγωγικώς ορίζουσι την έννοια και την σημασία αυτών και την πνευματικην συνάρτησιν αυτών προς τον καθολικόν πνευματικό σκοπό.
Ιστέον, ότι οι θείοι και ιεροί υμνογράφοι και υμνωδοί της εκκλησίας συνέθεσαν και εμελοποίησαν τη εμπνεύσει του Αγίου Πνεύματος τας ακολουθίας του ημερονυκτίου, περιλαμβάνοντες τους διαφόρους ψαλμους και τα διάφορα τροπάρια, κανόνας κλπ., τα οποία όντως ανταποκρίνονται συμβολικώς προς τα εν εκάστη προσευχή και εν εκάστη ημέρα ιστορούμενα περιστατικά και προς τον δι' αυτής επιδιωκόμενον σκοπό και την επιζητουμένην ωφέλειαν υπό πάντων των προσευχομένων.
Λαμβανομένης λοιπόν ούτω μιας ημέρας ως παραδείγματος δύναται να διακριθη απολύτως η θρησκευτική αναγκαιότης και η ωφελιμότης αυτών.
Η Δευτέρα π.χ. ως εκκλησιαστική ημέρα λογίζεται από του Εσπερινού της Κυριακής μέχρι και της Θ' Ώρας της Δευτέρας, οπότε και αι προσευχαί διακρίνονται ως εξής:

1) Πρώτη προσευχή είναι, ως είρηται, ο Εσπερινός όστις αρχίζει με τον Προοιμιακόν ψαλμόν, ο οποίος είναι η μεγαλοπρεπεστέρα δοξολογία προς τον 'Υψιστον Θεόν, τον Δημιουργόν του σύμπαντος, και ο οποίος προοιμιάζεται, ήτοι αρχίζει τήν προσευχην της επομένης ημέρας, ενταύθα της Δευτέρας. `Ο Εσπερινός συμβολίζει την Αποκαθήλωσιν του Κυρίου υπό του Ιωσήφ και Νικοδήμου, ως και την εμφάνιση του Κυρίου ανασταντος εις τους Μαθητας του το εσπέρας της Κυριακής της Αναστάσεως και του Θωμα. Και παρατηρείται, κατά τον Άγιον Μάρκον τον Ευγενικόν, ότι η ανάγνωσις ή η ψαλμωδία ψαλμών, τροπαρίων κλπ. συναδει εν πολλοίς προς τον εσπερινόν ως το «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου' έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή» (Ψαλμ. ΡΜ' 2).

2) Δευτέρα προσευχή είναι το το Απόδειπνον, το οποίον αναγινώσκεται, εν μεν τη εκκλησία μετά τον Εσπερινόν, ήτοι μετά την δύσιν του ηλίου, κατ' οίκον δε προ της κατακλίσεως προς ύπνον, προσαγομένης δεήσεως προς τον Κύριον, όπως το στάδιον της νυκτός διέλθη εν ησυχία και ασφαλεία.
Το Απόδειπνον διακρίνεται εις Μέγα, αναγινωσκόμενον κατά τας νηστησίμους ημέρας, και εις Μικρόν αναγινωσκόμενον καθ' όλον το έτος και εν τη περιόδω της Μεγ. Τεσσαρακοστής εκάστην Παρασκευήν εις τους Χαιρετισμούς, και Σάββατον και Κυριακήν.

3) Τρίτη προσευχή είναι το Μεσονυκτικόν, το οποίον λέγεται το μεσονύκτιον κατά τον ψαλμικον στίχον «Μεσονύκτιον εξεγειρόμην του εξομολογείσθαί σοι, επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου» (Ψαλ. ΡΙΗ' 62). Συμβολίζει δε την οφειλομένην υφ' ημών εγρήγορσιν, καθ' όσον ο Νυμφίος Χριστός μέσης νυκτός παρεγένετο ταις φρονίμοις παρθένοις.
Συμβολίζει επίσης και την ημών έγερσιν εκ του ύπνου, ως περιόδου του σκότους και της πλάνης, εις την φωτεινήν ζωήν, την όποιαν από του μεσονυκτίου, ως απαρχής της νέας ημέρας, αρχόμεθα να διάγωμεν πιστεύοντες και λατρεύοντες τω Θεώ.

4)Τετάρτη προσευχή είναι ό Όρθρος προς τον οποίον επισυνάπτεται και η Α' Ώρα, και αποτελούσι, αμφότεραι την εωθινήν προσευχή της Εκκλησίας. Όρθρος, λέγεται το χρονικού διάστημα το διαρρέον από της βαθείας σχεδόν χαραυγής «όρθρου βαθέος» μέχρι και του τοιούτου περί την χαραυγήν, ήτοι την προ της ανατολής ώραν, ως λέγει και ή Ωδή «εκ νυκτός ορθρίζει το πνευμά μου προς σε ο Θεός, ότι φως τα προστάγματά σου επί της γης» (Ησαΐου κς' 9).
Η επισυναπτομένη εν τω 'Ορθρω Α ' Ώρα το πάλαι ανεγινώσκετο μίαν ωραν μετά την ανατολήν του ήλίου, ήτοι περί την 7ην πρωινή.

5) Πέμπτη προσευχή η Γ' Ώρα, η όποία κανονικώς ανεγινώσκετο την τρίτην ώραν της ημέρας, ήτοι την 9ην πρωινή.
Κατα την ώραν ταύτην επεδήμησε το Πνεύμα το Άγιον εν είδει πυρίνων γλωσσών επί τους Αγίους Αποστόλους (Πράξ. β' 15) ως υμνολογεί και ή Εκκλησία «Κύριε ο το Πανάγιόν σου Πνεύμα εν τη τρίτη ώρα τοις Αποστόλοις σου καταπέμψας...».

6) Έκτη προσευχή είναι η ΣΤ' Ώρα, δηλαδή η μεσημβρία. Κατ' αυτήν απεφασίσθη ό θάνατος και εσταυρώθη ο Κύριος επί του Γολγοθά (Ματθ. κζ' 26 κ.ε.). Δι' αυτό και αρμόδιον είναι το τροπάριοντης ώρας ταύτης «`Ό εν έκτη ήμέρα τε και ώρα τω Σταυρω προσηλώσας...».

7) Εβδόμη προσευχή είναι η Θ' Ώρα, ήτοι ή 3η απογευματινή περίπου, καθ' ην
o Ιησούς παρέδωκε το πνεύμα, ως υμνολογεί ή Εκκλησία «`Ό εν τη ενάτη ώρα δι' ημάς σαρκί του θανάτου γευσάμενος...».
Ούτω συμπληρούνται αι επτα ώραι ή επτά σταθμοί των προσευχών, κατά το ψαλμικού ρητού «επτάκις της ημέρας ήνεσά σε επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου» (Ψαλ. ΡΙΗ' 118), ως και αλλαχού η ψαλμική δέησις «εσπέρας και πρωί και μεσημβρίας διηγήσομαι και απαγγελλώ και εισακούσεται της φωνής μου» (Ψαλμ. ΝΔ' 18).

Περί των αναφερομένων Ωρών του ημερονυκτίου σημειούνται τα εξής. Εις το Άγιον Όρος είναι εν χρήσει δύο ώραι, εκτός της νέας λεγομένης Ευρωπαϊκής τοιαύτης.
Πρώτη είναι η λεγομένη Βυζαντινή Ώρα, καθ' ήν πρέπει, όταν δύη ό ήλιος, εις όλας τάς εποχάς του έτους, το ωρολόγιον να δεικνύη 12 και εκείθεν να καταμετρώνται μία ώρα, δύο ώραι της νυκτός μετά την δύσιν κλπ..
Δευτέρα είναι η λεγομένη Ιβηριτική ώρα, η οποία έχει εις την ανατολήν του ήλίου ώρα 12 καί αρχίζει πρώτη, δευτέρα ώρα της ημέρας μετά την ανατολήν του ηλίου και ούτω καθεξής. Όσον δε αφορά την Ελλάδα αύτη χρησιμοποιεί την Ευρωπαϊκήν ώραν από μεσονυκτίου εις μεσονύκτιον.


ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΟΣ

Η ιδιαιτέρα πατρίδα του Οσίου Ιωάννου είναι η Ουκρανία. Στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1711 σκλαβώθηκε από τους Τατάρους, συμμάχους των Τούρκων, οι οποίοι τον πούλησαν σκλάβο σε Τούρκο αξιωματούχο, στο Προκόπι της Μικράς Ασίας. Η ζωή της σκλαβιάς ήταν πολύ σκληρή για τον νεαρό Ιωάννη, ιδιαίτερα τον πρώτο καιρό. Οι πιέσεις για να αλλαξοπιστήση ήσαν αφόρητες και τα βασανιστήρια απερίγραπτα. Ζούσε μέσα σε άθλιες συνθήκες, αλλά εύρισκε παρηγοριά στην αδιάλειπτη προσευχή, δια της οποίας αντλούσε δύναμη, κουράγιο και έμπνευση στον αγώνα του. Εκτελούσε με προθυμία τις εντολές του αφεντικού του, εργαζόταν φιλότιμα και ακούραστα και ταυτόχρονα ψιθύριζε συνεχώς, πότε με τα χείλη και πότε με τον νού και την καρδιά, το “Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με”.

Με το πέρασμα του χρόνου ο αγάς άρχισε να “μαλακώνη” βλέποντας τον Ιωάννη να προσεύχεται συνεχώς, να εργάζεται φιλότιμα και να τον εξυπηρετή κατά τον καλύτερο τρόπο. Η συμπάθειά του αυτή άρχισε να γίνεται θαυμασμός, όταν διεπίστωσε ότι με την πίστη και την προσευχή του νεαρού Ιωάννη γίνονταν θαύματα, με αποτέλεσμα να ευεργετηθούν πολλοί, αλλά και ο ίδιος. Κάποτε, ενώ βρισκόταν ο αγάς στην Μέκκα για προσκύνημα, η σύζυγός του μαγείρεψε το αγαπημένο του φαγητό και στενοχωριόταν που δεν ήταν εκεί για να το απολαύση. Ο Ιωάννης, μετά από θερμή προσευχή, του έστειλε με άγγελο Κυρίου το φαγητό από το Προκόπι της Μικράς Ασίας και ο αγάς το βρήκε και το έφαγε ζεστό. Όταν επέστρεψε στο σπίτι του έδειξε στους αξιωματούχους το πιάτο με το οικόσημο και ζήτησε από τον Ιωάννη να αφήση τον σταύλο και να μείνη σε ένα άνετο δωμάτιο, το οποίο του ετοίμασε. Εκείνος όμως ο μακάριος δεν ήθελε να εγκαταλείψη τον ταπεινό σταύλο, που του θύμιζε την φάτνη της Βηθλεέμ. Προτίμησε, από την άνεση και την καλοπέραση, την κακοπάθεια και την άσκηση “ίνα Χριστόν κερδίση”.

Ο άγιος Ιωάννης εβίωσε μέσα στην σκλαβιά την αληθινή ελευθερία. Και ήταν πράγματι ελεύθερος, αφού η ελευθερία είναι εσωτερική υπόθεση. Κατάφερε, με την κατά Χριστόν ζωή, να απαλλαγή από την τυραννία των παθών, της αμαρτίας και του διαβόλου, που είναι η πιο σκληρή μορφή δουλείας. Παρέδωσε την αγία ψυχή του “εις χείρας Θεού Ζώντος” σε ηλικία σαράντα περίπου ετών, στις 27 Μαΐου του 1730, αφού προηγουμένως κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Ο τάφος του έγινε λαϊκό προσκύνημα για Χριστιανούς και Μουσουλμάνους, αφού ευεργετούσε τους πάντες χωρίς διάκριση. Το 1924, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, οι κάτοικοι του Προκοπίου μετέφεραν ως θησαυρό ατίμητο το άφθαρτο Λείψανό του στην Εύβοια, στο χωριό Εμίν Αγά, που το ονόμασαν Νέο Προκόπιο. Και ο περικαλλής Ιερός Ναός, που κτίσθηκε προς τιμήν του, δέχεται την επίσκεψη χιλιάδων πιστών όλον τον χρόνο.

Ο βίος και η πολιτεία του Οσίου μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα ακόλουθα:

Πρώτον. Η πνευματική ζωή δεν είναι βίος ανθόσπαρτος, αλλά είναι οδός στενή και τεθλιμμένη. Για να μπορέση κανείς να βρη τον Θεό μέσα του και να αποκτήση προσωπική κοινωνία μαζί Του, πρέπει να αγωνισθή και να παλαίψη με τα πάθη και τις αδυναμίες του με μεγάλη υπομονή, γιατί με την υπομονή, την προσευχή και την αγάπη κατορθώνονται ακόμη και τα φαινομενικά ακατόρθωτα.

Όταν στηρίζη κανείς την ελπίδα του στον Θεό και όχι στους ανθρώπους δεν πρόκειται ποτέ να απογοητευθή ή να απελπισθή. Μπορεί να υποφέρη εξωτερικά, αλλά εσωτερικά είναι ελεύθερος. Είναι πλημμυρισμένος από την άκτιστη θεία Χάρη και γι' αυτό είναι ήρεμος και ειρηνικός. Γιατί μπορεί να ζη κανείς σε συνθήκες εξωτερικά άψογες και όμως να γκρινιάζη και να παραπονήται, γιατί μέσα στην καρδιά του βιώνει την εγκατάλειψη και την απελπισία, ουσιαστικά μια κόλαση. Όπως και το αντίθετο. Μπορεί να ζη και να εργάζεται σε ένα κλίμα βαρύ και εχθρικό εξωτερικά και όμως μέσα του να βιώνη τον παράδεισο, να γεύεται την γλυκύτητα της θείας Χάριτος και να χαίρεται αληθινά την ζωή του.

Δεύτερον. Το έργο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως πολύ ορθά έχει λεχθή, είναι να κάνη τους ανθρώπους λείψανα. Δηλαδή, να τους οδηγήση στην αγιότητα. Πράγματι, με τον τρόπο της ζωής που διαθέτει, βοηθά τους ανθρώπους να επιτύχουν τον προσωπικό τους αγιασμό. Με την μυστηριακή ζωή, την άσκηση και την αδιάλειπτη καρδιακή προσευχή, ο άνθρωπος καθαίρεται από τα πάθη και οδηγείται στον φωτισμό και την κοινωνία με τον Θεό. Δέχεται την άκτιστη Χάρη του Αγίου Πνεύματος αισθητά σε όλη του την ύπαρξη, και στην ψυχή και στο σώμα του, με αποτέλεσμα να ευωδιάζη το σώμα του, ακόμη και μετά τον θάνατο. Και προσκυνά κανείς τα άγια Λείψανα και αισθάνεται ότι δεν είναι κόκκαλα πεθαμένων ανθρώπων, αλλά ότι έχουν μέσα τους ζωή, την οποία και μεταγγίζουν στους ευλαβείς προσκυνητάς. Αυτό σημαίνει ότι οι άγιοι είναι ζωντανοί και έχουν προσωπική κοινωνία με όσους τους ευλαβούνται, ζητούν την βοήθειά τους και αγωνίζονται να μιμηθούν τον θεάρεστο βίο τους.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως τόνιζε ο αείμνηστος Πρωτοπρεσβύτερος π. Ιωάννης Ρωμανίδης, συγγενεύει με τις θετικές επιστήμες και κυρίως με την ιατρική, και όχι με την φιλοσοφία, επειδή αποδεικνύει και επαληθεύει τα όσα διδάσκει. Τα ευωδιάζοντα λείψανα των Αγίων και τα άφθαρτα σώματά τους, τα οποία “εκβλύζουσιν ιάματα”, είναι αδιάψευστοι μάρτυρες της παρουσίας και της αγάπης του Θεού για το ανθρώπινο γένος και για όλη την κτίση, της Αναστάσεως των νεκρών και της υπάρξεως της αιωνίου θείας ζωής.-